Τραγική η αυγή της 21ης Σεπτεμβρίου 1956, όταν στην πόλη «οι πόρτες ήτανε κλειστές κι οι στράτες αδειανές» κατά την παλαιότερη ποιητική αφήγηση του Λεμεσιανού Εύσκιου Πεύκη. Κι οι άνθρωποι άγρυπνοι καρτερούσαν ν’ ακούσουν το νεκρικό αχολόι των καμπάνων και τα θρηνητικά κλάματα από τα αιχμαλωτισμένα σπίτια να σκίσουν τη φθινοπωρινή αύρα και να μεταδώσουν το θλιβερό άγγελμα πως οι Εγγλέζοι έπνιξαν ακόμα μια φορά το ανθρώπινο δικαίωμα της ελευθερίας.
Ένας από τους δικαστές του θανάτου, ο Μπέρναρντ Σο, καταδίκασε σε απαγχονισμό τους τρεις νέους της ΕΟΚΑ, τον Ανδρέα Παναγίδη, πατέρα τριών ανήλικων παιδιών, της Δέσποινας, του Αριστείδη και της Αυγής, τον Μιχάλη Κουτσόφτα και τον Στέλιο Μαυρομμάτη και το προηγούμενο δειλινό η Εγγλέζα βασίλισσα κι ο αποτρόπαιος κυβερνήτης Τζoν Χάρτινγκ αρνήθηκαν στους καταδίκους το δικαίωμα χάριτος. Κι ο διευθυντής των Κεντρικών Φυλακών τούς μετέδωσε την απόφαση της εκτέλεσής τους την ίδια νύχτα. Οι δικηγόροι κι οι συγγενείς που τους επισκέφθηκαν ανήγγειλαν το αναμενόμενο κι από στόμα σε στόμα ο λαός πληροφορήθηκε πως την αυγή ο κατακτητής θα αποτολμούσε το τρίτο ιστορικό του κακούργημα, ενώ το μοναδικό ραδιόφωνο που υπήρχε μετέδιδε τη διαταγή της στρατοκρατίας, πως απ’ εκείνη την ώρα απαγορεύονταν οι καμπάνες των εκκλησιών, οι κινήσεις οποιουδήποτε τροχοφόρου στους δρόμους και η κυκλοφορία των πολιτών ανά τας ρίμας και τα αγυιάς της πόλης. Οι Εγγλέζοι διέτασσαν τον κόσμο να κλειστεί στα σπίτια του. «Κέρφιου», δηλαδή κατ’ οίκον περιορισμός.
Ξέραμε τη διαδικασία του θανάτου από τις εκτελέσεις του Μιχαλάκη Καραολή, του Ανδρέα Δημητρίου, του Ανδρέα Ζάκου, του Χαρίλαου Μιχαήλ και του Ιάκωβου Πατάτσου. Ο μελλοθάνατος κλεινόταν στο κελί του «8», ενός μπλοκ με τρία στενόχωρα δεσμωτήρια κι ένα υποτυπώδες αποχωρητήριο. Στο κελί ένα σιδηροκρέβατο, ένα κανάτι νερό κι ένας κουβάς. Ένα παραθυράκι πάνω ψηλά στον τοίχο και μια σιδερένια πόρτα με κάθετες σιδερόβεργες κι ένα χάλκινο, πυκνό δίχτυ που αν το κοιτούσες πολλή ώρα ζαλιζόσουν. Έξω, στο διάδρομο, ο δεσμοφύλακας. Μόνος επισκέπτης ο ιερέας για την εξομολόγηση, τη Θεία Κοινωνία, την εξόδιο ακολουθία στην οποία συμμετείχε κι ο θανατοποινίτης. Κατά τα άλλα ουδεμία ανθρώπινη επαφή. Κι ο μελλοθάνατος μόνος, να βλέπει τον τοίχο, να προσεύχεται, να θυμάται, ν’ αποχαιρετά όσα αγάπησε και να περιμένει ν’ ακούσει τα βήματα του μασκοφόρου δημίου και το αποσπάσματος που θα τον συνόδευε. Θα του περνούσαν χειροπέδες με τα χέρια πίσω. Θα τον οδηγούσαν στην κρεμάλα. Μια γυμνή παγωμένη αίθουσα με μια οριζόντια δοκό με τρεις αγχόνες, την κλειστή καταπακτή που θ΄ άνοιγε με το τράβηγμα ενός μοχλού. Ο μελλοθάνατος θα πατούσε στην ξύλινη καταπακτή, θα του πρότειναν μια λευκή κουκούλα στο κεφάλι, θα του περνούσαν τη θηλιά στον λαιμό, ο δεσμοφύλακας θα τραβούσε τον μοχλό, η καταπακτή θ’ άνοιγε στα δυο με κρότο, το κορμί θα κρεμόταν στο κενό και θα σπάραζε μέχρι να επέλθει το μοιραίο.
Επί του συγκεκριμένου κάναμε ειδική έρευνα με τον ψυχολόγο-κοινωνιολόγο Ανδρέα Σπανό, περιηγούμενοι τα μπλοκς 7 και 8 και τα κελιά. Μιλήσαμε με τον καρδιολόγο μ. Κωστάκη Ζαμπάρτα και δεχτήκαμε τη γνώμη Ζαμπάρτα πως ο θάνατος στην αγχόνη δεν είναι ακαριαίος, αλλά διαρκεί τρία λεπτά με την καρδία και τον εγκέφαλο να λειτουργούν! Υπέρ τούτου συνηγορούν και οι εμπειρίες του αρχιδημίου του Λονδίνου Άλμπερτ Πιέρποϊντ (πέραν των 400 εκτελέσεων) που υπογραμμίζει και ότι ο μελλοθάνατος πρέπει να ζυγιστεί σωστά, να υπολογιστεί το βάρος του, ο βρόχος να τοποθετηθεί στο κατάλληλο σημείο του τραχήλου, το σχοινί να έχει το ανάλογο μήκος, αλλιώς ο κρεμασμένος είτε θα αποκεφαλιστεί αν το σχοινί είναι μακρύ είτε θα πνιγεί από ασφυξία αν είναι κοντό.
Μελετήσαμε τις πιθανές σκέψεις και ενέργειες του καταδίκου. Είναι αιχμαλωτισμένος στο κελί. Δεν έχει οποιαδήποτε δυνατότητα να πολεμήσει, να παλέψει ή ακόμα ν’ αυτοκτονήσει. Είναι δέσμιος των συναισθημάτων, των αναμνήσεων, των επιθυμιών του. Μπορεί να γρονθοκοπήσει τον τοίχο, να φωνάζει, να τραγουδά, να κλαίει, να φοβάται. Δεν δικαιούται να ελπίζει, να προσδοκά ένα θαύμα, να περιμένει σωτηρία. Μόνο να αναμένει και να προσεύχεται. Να σπαράζει και ν’ αγωνιά ν’ ακούσει τα βήματα του θανάτου. Στις θυσίες των μαχητών στον πόλεμο η ελπίδα είναι συνοδός. Ο πολεμιστής ελπίζει ότι θα επιζήσει. Ότι θα σωθεί. Εδώ δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Ο θανατοποινίτης ξέρει ότι θα πεθάνει στην αγχόνη. Όσο κι αν πνίξει τον φόβο του δεν μπορεί να τον κατανικήσει. Είναι η μοναδική περίπτωση του αναπόφευκτου που υποχρεούται να πιστέψει και οφείλει να ζήσει τις τελευταίες του ώρες με τη συντροφιά του βεβαίου θανάτου. Η απόλυτη τραγωδία του μελλοθάνατου στο κελί αναμονής. Η απόλυτη τραγωδία.
Σ’ αυτό το σημείο ας μου επιτραπεί η διατύπωση της προσωπικής εκτίμησης ότι στο δράμα εκτός από τον πρωταγωνιστή υπάρχουν και οι δευτεραγωνιστές που συμμετέχουν στη φοβερή λειτουργία του απαγχονισμού ή θυματοποιούνται από τις συνέπειες της κρεμάλας. Και ιδού η εμπειρία μου: Στα Κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς, όπου κάθε Νοέμβριο πραγματοποιούμε σύναξη οι εκάστοτε επιζώντες πολιτικοί κρατούμενοι, καλωσορίζουμε και παιδιά ηρώων της αγχόνης. Πριν μερικά χρόνια, συνοδεύοντας την κόρη του Ανδρέα Παναγίδη, την Αυγή, σε μια στιγμή κοιτώντας στα μάτια μού αποκάλυψε το παιδικό της δράμα: «Μου έλεγαν πως ο πατέρας μου ανέβηκε στους ουρανούς, κι εγώ κοιτούσα στο άπειρο να δω τη σκάλα προς τον ουρανό, μέχρι που μωρό με πήραν σ’ ένα τρισάγιο στα «Φυλακισμένα Μνήματα». Βλέπω έναν τάφο και μου λένε ότι ο πατέρας μου βρίσκεται εκεί. Κι εγώ κλαίγοντας γοερά πέφτω στον τάφο κι αρχίζω να σκάβω το χώμα και να φωνάζω στον πατέρα μου να βγει να τον αγκαλιάσω»… Και κάτι ακόμα: Όταν βγήκαμε από τα Κρατητήρια πήγα να επισκεφθώ το σπίτι του Παναγίδη. Είδα τη σύζυγό του, τη Γιαννούλα, και τα παιδιά να ζουν σ’ ένα φτωχόσπιτο με στέγη δοκάρια και χώμα. Φτώχεια, ανημπόρια, αγάπη κι ελπίδα. Θυμήθηκα την τελευταία επιστολή του μελλοθάνατου. Βεβαίωνε τη γυναίκα του πως η πατρίδα δεν θα ξεχάσει τα παιδιά και τη μάνα τους. Ξαναπήγα μετά από χρόνια να τους δω. Το ίδιο φτωχόσπιτο με εξωτερικές τρύπες, απ’ όπου η Γιαννούλα τραβούσε από τις ουρές τα φίδια και τα σκότωνε για να γλυτώσει τα παιδιά!… Η Πολιτεία δεν ξεμεθούσε από τις εξουσιομανίες των… Ηρακλέων της. Ούτε είχε συναίσθηση των υποχρεώσεών της…