«Το μόνο σίγουρο είναι ότι στην πιο κρίσιμη στιγμή του Κυπριακού ο κ. Αναστασιάδης επιδίδεται σε επικίνδυνους πειραματισμούς και κρατά την πολιτική ηγεσία στο σκοτάδι για τις ιδέες του», έλεγε (και) χθες ο εκπρόσωπος του ΑΚΕΛ, σχολιάζοντας τις δημοσιογραφικές πληροφορίες ότι ο Πρόεδρος στη Νέα Υόρκη θα θέσει στον Γενικό Γραμματέα την πρόταση του για επιστροφή στο Σύνταγμα του ‘60. «Το μόνο που θα καταφέρει είναι να επιρριφθούν ευθύνες και στην ελληνοκυπριακή πλευρά», έλεγε.
Δεν ξέρω αν κρατά την πολιτική ηγεσία στο σκοτάδι, όταν μόλις προ ολίγων ημερών την ενημέρωσε στο Εθνικό Συμβούλιο για τις ιδέες του (και μέρος της πολιτικής ηγεσίας υιοθέτησε τον δημοσιογραφικό όρο: «ιδεοθύελλα Αναστασιάδη»), αλλά πραγματικά είναι να απορείς με ποιο κόστος θα επιρριφθούν τώρα ευθύνες στην ελληνοκυπριακή πλευρά, όταν ειδικά το ΑΚΕΛ, και άλλοι βέβαια, τα τελευταία τρία – τέσσερα χρόνια αποδίδουν την ευθύνη των αδιεξόδων στον Αναστασιάδη, δηλαδή στην ελληνοκυπριακή πλευρά, και όταν επικαλούνται αναφορές του Γκουτέρες, που μοιράζει τις ευθύνες του αδιεξόδου στο Κραν Μοντάνα στην πολιτική βούληση και του Αναστασιάδη. Δηλαδή, ούτως ή άλλως, μας επιρρίπτονται ευθύνες. Τώρα, τι περισσότερο θα πάθουμε από όσα πάθαμε τα τελευταία χρόνια;
Φυσικά και πρέπει να το αποφύγουμε αυτό, αλλά αυτό το ενδεχόμενο δεν θα έπρεπε να ορίζει τις δικές μας ενέργειες, τις όριζε επί δεκαετίες, κάναμε πάντα όσα «καλόπιαναν» την Τουρκία και τους μεσολαβητές και το αποτέλεσμα είναι τα αδιέξοδα που σήμερα αντιμετωπίζουμε, ως να προσπαθούσαμε μάταια να «καλοπιάσουμε» ένα αδηφάγο θηρίο. Αν συνεχίσουμε έτσι είναι βέβαιο ότι θα μείνουμε καθηλωμένοι στα τετελεσμένα και θα υποχρεωθούμε να αποδεχτούμε τις πραγματικότητες που οι Τούρκοι προβάλλουν («Υπάρχει μια πραγματικότητα στην Κύπρο. Υπάρχουν δύο λαοί, δύο διαφορετικά κράτη», έλεγε προχτές πάλι ο Ερσίν Τατάρ) και που η διεθνής κοινότητα και οι μεσολαβητές, ναι μεν εκφράζουν διαφωνία, αλλά όχι τόσο δραστικά ώστε να τις ακυρώσουν. Τις αποδέχονται στο βαθμό που χρειάζεται ώστε να είναι κι αυτές στο τραπέζι της όποιας διαπραγμάτευσης. Το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό τις αποδεχόμαστε εμείς, και αν είμαστε διατεθειμένοι να ενεργήσουμε καταλυτικά κι όχι επιφανειακά για να αποτρέψουμε την πορεία μας προς μη αποτρέψιμα τετελεσμένα.
Είναι άγνωστο πόσο προετοιμασμένος είναι ο Πρόεδρος να θέσει στο τραπέζι την επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν νομίζω ότι το έχει μελετήσει και ότι θα παρουσιάσει ολοκληρωμένη πρόταση. Θύελλα μπορεί να είναι, αλλά παραγωγική ιδέα δεν μου φαίνεται. Πάντως, το γεγονός είναι ότι για να ξεφύγουμε από τον τουρκικό κλοιό των δύο κρατών, χρειάζεται να αντιπαραβάλουμε μια άλλη πρόταση, ριζοσπαστική, θεμελιακή, μια πρόταση που θα ταρακουνήσει τα νερά. Ώστε να αποκαλυφθεί μπροστά στη διεθνή κοινότητα, στα Ηνωμένα Έθνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο παραλογισμός των τουρκικών αξιώσεων. Κι από την άλλη, να διαφανεί το ψέμα ότι τα αδιέξοδα οφείλονται στο ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν θέλουν να διαμοιραστούν την εξουσία με τους Τουρκοκύπριους. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι δικοινοτικό κράτος, κοπιάστε, είναι απλό.
Όμως, όσοι απορρίπτουν την ιδέα καλό είναι να μας πουν τι άλλο προτείνουν. «Είναι εμφανές ότι άλλη επιλογή δεν υπάρχει από την επιμονή μας στην επανέναρξη των διαπραγματεύσεων από το σημείο που σταμάτησαν, διαφυλάσσοντας τις συγκλίσεις και συζητώντας επί του πλαισίου Γκουτέρες», έλεγε τις προάλλες από την Αθήνα ο Στέφανος Στεφάνου. Πώς, όμως, αυτό αποτρέπει την τουρκική εκστρατεία που μηδενίζει τα πάντα και προτείνει τη λύση δύο κρατών ως τη μόνη εναπομείνασα επιλογή; Επιμένουν οι Τούρκοι, επιμένουμε κι εμείς. Αποτέλεσμα; Ούτε διαπραγματεύσεις ξεκινούν, ούτε τερματίζονται τα τετελεσμένα. Εκτός βέβαια και αν η επιμονή μας θα διαρκέσει μέχρι να έρθουν άλλοι, όπως οι Βρετανοί, να βάλουν στο τραπέζι τη «χρυσή τομή» κι αναγκαστικά θα κάτσουμε να διαπραγματευτούμε. Αυτό θέλουμε;
aristosm@phileleftheros.com