Τα γεγονότα του περασμένου Σαββατοκύριακου ήταν ιδιαιτέρως θλιβερά για την Κύπρο. Χάθηκαν ανθρώπινες ζωές, νέοι άνθρωποι που ήρθαν στον τόπο μας για να βρουν ένα καλύτερο μέλλον. Χάθηκε ένα μεγάλο μέρος του δάσους μας, χάθηκαν σπίτια, περιουσίες, οι κόποι και οι αγώνες ανθρώπων μιας ολόκληρης ζωής. Μπορεί κάποιος να γράψει πολλά γι’ αυτή την τραγωδία, για τα λάθη και τις παραβλέψεις που έγιναν. Η κριτική που γράφεται και συζητιέται αυτές τις μέρες αναφέρει πως μάλλον τίποτα δεν μάθαμε από την εμπειρία της καταστροφής του δάσους του Σαϊτά και της Σολέας. Ακούγονται πολλά, για μέσα που δεν ήταν σε κατάσταση λειτουργίας, για αγορές που δεν έγιναν, για απουσία συντονισμού. Είναι κρίσιμο όλες οι πτυχές να διερευνηθούν διεξοδικά.
Ωστόσο, δεν πρόκειται να αναφερθώ στην κριτική που γίνεται αυτές τις μέρες, ούτε θα αναζητήσω ευθύνες και αίτια. Γράφω αυτό το άρθρο επειδή θέλω να προσθέσω στον διάλογο που διεξάγεται εδώ και χρόνια γύρω από την αποτελεσματική αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Ως φυσικός, δεν είμαι ειδικός στο θέμα, γνωρίζω όμως ότι συχνά οι απλές λύσεις μπορούν να αποδειχτούν και οι πιο αποτελεσματικές.
Είναι γεγονός ότι είμαστε στις αρχές μιας μεγάλης κλιματικής κρίσης με απρόβλεπτες συνέπειες. Οι επιστήμονες του κλάδου προειδοποιούν εδώ και καιρό ότι τα πράγματα θα γίνουν πολύ χειρότερα. Θα πρέπει λοιπόν να προετοιμάσουμε τη χώρα σε όλα τα επίπεδα για τη διαχείριση του φαινομένου αυτού που πλέον είναι προ των πυλών, καθώς όλα τα μοντέλα προειδοποιούν ότι η περιοχή μας είναι ιδιαίτερα ευάλωτη. Σε αντίθετη περίπτωση, σε μερικές δεκάδες χρόνια τα παιδιά μας θα ψάχνουν δέντρα στις πεδιάδες μας και θα είναι δύσκολο να βρίσκουν. Τρέμω με την ιδέα ενός Τροόδους που θα είναι μόνα τα βράχια και τα παιδιά των παιδιών μας θα διαβάζουν για έναν χαμένο παράδεισο!
Όσον αφορά στις πυρκαγιές, η αντιμετώπισή τους δεν είναι μια στρατηγική που μπορεί να εφαρμοσθεί παντού και πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Κάθε χώρα, κάθε τόπος έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα δικά του πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και όλα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στη χάραξη στρατηγικής. Οι συμβατικές λύσεις για κατάσβεση των πυρκαγιών απαιτούν πτητικά και επίγεια μέσα, καθώς και εκπαιδευμένο προσωπικό. Αδιαμφισβήτητα, η χρήση πυροσβεστικών οχημάτων αλλά και πτητικών αεροσκαφών στις δύσβατες περιοχές αποτελεί πάντα σημαντικό εργαλείο. Ωστόσο, οι συμβατικές λύσεις αφορούν «συμβατικές εποχές», όπου το κλίμα ήταν ακόμη «γήινο». Να υπενθυμίσω για παράδειγμα ότι οι τεράστιοι και σύγχρονοι αμερικανικοί στόλοι αεροπλάνων αδυνατούν συχνά να σβήσουν πυρκαγιές που μαίνονται για εβδομάδες στις ΗΠΑ· αυτός είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε σήμερα και άλλες καινοτόμες λύσεις. Σήμερα μαζί με τα πτητικά μέσα χρειαζόμαστε και πολλά άλλα.
Βρισκόμαστε σε μια γεωγραφική περιοχή με όλο και υψηλότερες θερμοκρασίες, περικυκλωμένοι από ζεστές αέριες μάζες που προέρχονται από τις γειτονικές ερήμους και που καθιστούν το κλίμα μας ακόμα πιο ευάλωτο σε πυρκαγιές. Στην Κύπρο έχουμε μια ιδιαίτερα δύσκολη τοπογραφία που απαιτεί τη χρήση των πτητικών μέσων. Γύρω από αυτές τις δυνατότητες θα πρέπει να χτίσουμε μια ολοκληρωμένη στρατηγική και επί εδάφους. Έχουμε ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Σε ολόκληρο το νησί υπάρχουν διάσπαρτα 108 φράγματα (μικρά και μεγάλα), 90 εκ των οποίων στις ελεύθερες περιοχές.
Η πρόταση αφορά στη δημιουργία ενός έξυπνου δικτύου πυρόσβεσης σε όλο το Τρόοδος αλλά και στις ημιορεινές και πεδινές περιοχές. Είμαστε μια μικρή χώρα, μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα ολοκληρωμένο δίκτυο που θα αξιοποιεί τα διαθέσιμα φράγματα νερού και θα καλύπτει τα πιο νευραλγικά σημεία με μεταλλικούς αγωγούς μεταφοράς, μέτριας διαμέτρου (4 ίντσες) μέσα στα δάση μας και στους δασικούς δρόμους. Στο βασικό σύστημα αγωγών θα είναι ενσωματωμένοι ανιχνευτές φωτιάς, θερμοκρασίας, αυτόματα συστήματα πυρόσβεσης, συστήματα εύκολης πρόσβασης σε πυροσβέστες. Σε μια πυρκαγιά δεν είναι μόνο ο αριθμός των οχημάτων που παίζει μεγάλο ρόλο, αλλά κυρίως η πρόσβαση και βέβαια η ταχύτητα σε υδάτινο ανεφοδιασμό. Να έχουμε δηλαδή εκείνες τις ποσότητες, αλλά και τις ισχυρές υδάτινες πιέσεις που θα μπορούν να γεμίζουν τα βυτιοφόρα σε λίγα μόνο λεπτά και που θα μπορούν να ρίχνουν νερό σε μεγάλες αποστάσεις. Ένα τέτοιο δίκτυο θα μπορούσε επίσης να δώσει τη δυνατότητα στις γραμμές των μεταλλικών αγωγών να δημιουργούν αντιπυρικά φράγματα, σταματώντας την επέκταση της φωτιάς, δίνοντας έτσι χρόνο στην πυρόσβεση. Ταυτόχρονα θα μπορούσε να προσφέρει ασφάλεια στους πυροσβέστες μας σε περίπτωση που εγκλωβιστούν σε πύρινα μέτωπα. Ένα έξυπνο δίκτυο συνδεδεμένο με δορυφορικά και πτητικά μέσα επικοινωνίας.
Με κάποιους πρόχειρους υπολογισμούς, όταν έχεις 70 περίπου φράγματα (μικρά και μεγάλα) διάσπαρτα σε 2.000 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα του Τροόδους και των ημιορεινών περιοχών σημαίνει ότι αναλογικά υπάρχει ένα φράγμα ανά 30 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι υπάρχουν περισσότερα φράγματα σε χαμηλότερα ύψη. Με ένα έξυπνο και καλά σχεδιασμένο τοπογραφικά δίκτυο 200 χιλιομέτρων μεταλλικών αγωγών, η πιο μακρινή απόσταση από το νερό για πυρόσβεση θα είναι λιγότερη από 2 χιλιόμετρα. Φανταστείτε λοιπόν εκατοντάδες εποχικούς ή εθελοντές πυροσβέστες που θα έχουν πρόσβαση σε μέσα για να σβήσουν μια πυρκαγιά όταν θα βρίσκονται τόσο γρήγορα και τόσο κοντά της. Τότε και μόνο θα έχουμε ελπίδες να μην επαναληφθούν τραγωδίες σαν αυτήν της περασμένης εβδομάδας.
Για φράγματα τα οποία βρίσκονται σε μεγάλο υψόμετρο θα εκμεταλλευτούμε τη βαρύτητα λόγω διαφορετικού ύψους. Θα τοποθετηθεί ένα δίκτυο με μεταλλικούς αγωγούς κάτω από τα φράγματα, καλύπτοντας έτσι σημαντικά σημεία κινδύνου από πυρκαγιές, ενώ ταυτόχρονα με τη μεταφορά νερού με πίεση θα δοθεί πρόσβαση στα βυτιοφόρα.
Ένα παράδειγμα: Κάτω από τον Κύκκο ξεκινά ένας καταπληκτικός ποταμός, ο ποταμός που περνά δίπλα από την Τσακκίστρα, μέσα από τον Κάμπο για να φθάσει στον αγαπημένο ποταμό του Κάμπου, δίπλα από το Ξερό. Λίγο πιο πάνω είναι το φράγμα της Τσακκίστρας, μικρό φράγμα σε υψόμετρο 1.000 μέτρων. Με βάση αυτή την πρόταση, το δίκτυο θα περνάει μέσα ή δίπλα στην κοίτη του ποταμού. Λόγω της διαφοράς υψομέτρου η πίεση θα είναι σημαντική, ικανή να σώσει τα γύρω χωριά και τα γύρω δάση. Σημειώνω ότι λίγα χιλιόμετρα από εκεί βρίσκεται και η κοιλάδα των κέδρων.
Για δάση που βρίσκονται σε μεγαλύτερα ύψη από τα φράγματα της περιοχής και πάλι θα χρησιμοποιήσουμε τεράστιες αντλίες μεγάλης πίεσης για να στέλνουμε το νερό στα αναγκαία ύψη. Αντλίες ηλεκτρικές, ενώ ταυτόχρονα θα υπάρχουν οι κατάλληλες ηλεκτρογεννήτριες σε περίπτωση βλάβης στην ηλεκτροδότηση, κάτι που συμβαίνει συχνά σε μεγάλες πυρκαγιές. Να αναφέρω ότι δεν χρειαζόμαστε αντλία σε κάθε φράγμα αν έχουμε το πλεονέκτημα της αερομεταφοράς. Δηλαδή οι αντλίες θα τοποθετούνται εκεί όπου θα υπάρχει ανάγκη από νερό τη δεδομένη στιγμή.
Σε αυτούς που θα αντιπαραθέσουν ότι είναι κακή ή αντιαισθητική ιδέα οι αγωγοί στο δάσος, θα αναφέρω ότι το δίκτυο θα είναι σχεδόν αόρατο. Επιπρόσθετα, η επιλογή δυστυχώς δεν είναι ανάμεσα στο παρθένο δάσος και το δάσος με ανθρώπινη παρέμβαση. Η επιλογή πλέον είναι ανάμεσα στο δάσος και το καμένο τοπίο!
Η δημιουργία ενός έξυπνου δικτύου είναι αναγκαία και για πολλούς άλλους λόγους, πέραν από την αντιμετώπιση των πυρκαγιών. Με την κλιματική αλλαγή, οι θερμοκρασίες είναι υψηλότερες, ενώ φαίνεται να διανύουμε μια νέα εποχή ξηρασίας. Ίσως στο μέλλον χρειαστεί να αρδεύουμε κάποια δάση για να τα σώσουμε ή ακόμη να πρέπει να συνδέσουμε ένα τέτοιο δίκτυο με ένα μελλοντικό ηλιακό σύστημα αφαλάτωσης μεγάλης παραγωγής. Ένα τέτοιο σύστημα θα μας διασφαλίζει πάντα μια ελάχιστη αναγκαία ποσότητα νερού στα φράγματά μας. Ή ακόμη θα μπορούμε να εξετάσουμε τη δυνατότητα το δίκτυο να δίνει πρόσβαση σε νερό σε αγροτικές καλλιέργειες. Ένα τέτοιο σύστημα που ανοίγει τον δρόμο της συγκοινωνίας ανάμεσα στα φράγματα θα μπορεί ενδεχομένως στο μέλλον να δώσει λύσεις και σε θέματα ηλεκτρικής αποθήκευσης. Το έξυπνο δίκτυο θα μπορεί επίσης να διαδραματίσει ρόλο στη μεταφορά νερού κατά τη διάρκεια του χειμώνα από φράγματα που γεμίζουν γρήγορα σε άλλα λιγότερα αποδοτικά φράγματα, αποθηκεύοντας έτσι τεράστιες ποσότητες νερού.
To παράδειγμα της Μασσαλίας
Παρόμοιο σύστημα είναι ήδη εγκατεστημένο στην περιοχή της Μασσαλίας, εκεί που οι Mιστράδες σαρώνουν ό,τι βρεθεί στο πέρασμά τους. Οι αρμόδιοι μπορούν να το μελετήσουν ως υπόδειγμα και να αποκομίσουν τεχνογνωσία.
Πρέπει να σώσουμε το Τρόοδος, τα δάση μας, τα χωριά μας, το περιβάλλον μας, τις εργασίες των ανθρώπων της υπαίθρου. Προτείνω σήμερα μια ιδέα. Χρειάζεται σοβαρή μελέτη. Ένα σχέδιο ενός δικτύου για να δημιουργηθεί είναι μια επίπονη εργασία που θα πρέπει να λάβει υπόψη πολλές και διαφορετικές παραμέτρους. Με την υπολογιστική δύναμη που διαθέτουμε σήμερα, αυτό είναι εφικτό. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου, το ερευνητικό κέντρο ΚΟΙΟΣ, το ενεργειακό κέντρο FOSS και το ερευνητικό κέντρο νερού ΝΗΡΕΑΣ έχουν σημαντική εμπειρογνωμοσύνη. Μπορούν να σχεδιάσουν και να παραγάγουν την τελική πρόταση, η οποία θα είναι μια κυπριακή πατέντα. Ο συνδυασμός ενός τέτοιου δικτύου με τα πτητικά και άλλα μέσα θα μας δώσει τεράστιες δυνατότητες. Χρειάζεται η αποπεράτωση μιας τεχνικοοικονομικής μελέτης. Φαίνεται ότι το κόστος δεν είναι αποτρεπτικό, τα οφέλη όμως τεράστια. Η Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούσε να στηρίξει το έργο από το πρόγραμμα ανθεκτικότητας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αντιμετωπίσει θετικά μια τέτοια προσπάθεια, γιατί θα αποτελεί ένα σημαντικό πιλοτικό πρόγραμμα για πολλές χώρες.
Όταν τα προβλήματα είναι μεγάλα απαιτούν έξυπνες, τολμηρές και εναλλακτικές λύσεις. Δεν προτείνεται ένα πρόγραμμα που θα το υλοποιήσουμε εξ ολοκλήρου από την αρχή. Θα πρέπει να αρχίσουμε σταδιακά και να προγραμματιστούμε επιτέλους σαν ένα σύγχρονο κράτος, όπου ένα έργο έχει σκοπό, οφέλη, χρονοδιαγράμματα και τρόπο υλοποίησης, χωρίς κρυμμένα συμφέροντα και υστεροβουλίες.
Αυτή την εποχή, όταν ο κόσμος αλλάζει, όταν ο πλανήτης αλλάζει, κανείς δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τα προβλήματα με συνταγές του παρελθόντος. Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, χθες. Η Πολιτεία θα πρέπει να χρησιμοποιήσει επιτέλους τους επιστήμονές της σήμερα, γιατί αύριο δυστυχώς θα είναι πολύ αργά.
*Καθηγητής, τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου και γενικός συντονιστής του «Νέου Κύματος-Η Άλλη Κύπρος».