«(Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσίς του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της, βουΐζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών – των απεργών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει τον θρήνο της):».
Η σκηνική αυτή οδηγία προτάσσεται στην αρχή του «Επιτάφιου»του Γ. Ρίτσου– ενός από τα ωραιότερα κείμενα που έχουν γραφτεί στη νεοελληνική λογοτεχνία και υμνητικού θρήνου με σαφή κοινωνική διάσταση. Το ποίημα «συνομιλεί» διακειμενικά με τον ορθόδοξο Επιτάφιο Θρήνο, καθώς το μοτίβο Θάνατος-Ανάσταση παραπέμπει στη Σταύρωση και Ανάσταση του Χριστού και έχει απηχήσεις από το Δημοτικό τραγούδι. Γράφτηκε εξ’ αφορμής της φωτογραφίας της μάνας ενός νεκρού απεργού, η οποία ενέπνευσε τον ποιητή να γράψει το Μοιρολόι της:
«Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,/ πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,/ Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω/ και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω; […]/ Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γειρατειώ μου,/ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου […]»
Η δολοφονία του νεαρού εργάτη τον άγγιξε βαθιά, οδηγώντας τον στη συνειδητοποίηση της ανάγκης θωράκισης των δικαιωμάτων των απλών εργατικών ανθρώπων και προάσπισης των αγώνων τους.
Συγκεκριμένα τον Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη, μετά την απόρριψη των αιτημάτων τους, διάσπαρτες συγκεντρώσεις καπνεργατών μετεξελίσσονται σταδιακά σε μαζική απεργία. Σε μια από αυτές, στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου, αίφνης, οι αστυνομικοί, πυροβολούν με τραγικό απολογισμό δώδεκα νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Οι απεργοί αντιδρούν και «αυτό που ακολουθεί είναι απερίγραπτο»… Την επόμενη μέρα η εφημερίδα Ριζοσπάστης, αφιερώνει το εξώφυλλό της στα γεγονότα: μια χαροκαμένη μάνα, θρηνεί πάνω στο άψυχο σώμα του παιδιού της που κείται στην άσφαλτο, χτυπημένο από τα πυρά (Η φωτογραφία σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Καπνού στην Καβάλα).
Ο Γ. Ρίτσος, βλέποντας τη δημοσιευμένη φωτογραφία συγκλονίζεται. Όπως ο ίδιος εξομολογείται στη Δημόσια Τηλεόραση (εκπομπή «Εποχές και Συγγραφείς»), είχε κλειστεί στη σοφίτα του δύο μερόνυχτα και έγραφε, χωρίς να φάει και να κοιμηθεί. Στις 6 Ιουνίου 1936, δημοσιεύεται στον Ριζοσπάστη ολοκληρωμένος «Ο Επιτάφιος» και «γίνεται σύμβολο». Μετέπειτα στέλνει ένα αντίτυπο στον Μ. Θεοδωράκη στο Παρίσι με αφιέρωση, που αναφέρει: «το βιβλίο τούτο κάηκε από το Μεταξά το 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός…» (Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές, Γιάννης Ρίτσος, τ. Α΄, σ.23). Ο Μ. Χατζιδάκις το ενορχηστρώνει και ερμηνεύει αρχικά η Ν. Μούσχουρη:
«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω».
Το ποιητικό αυτό μοιρολόι αποτελεί αψευδή μαρτυρία και επικρότηση των κοινωνικών αγώνων ενάντια στις δυνάμεις που δρουν κατά των λαϊκών διεκδικήσεων της εποχής.
Ο Γ. Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασία, την Πρωτομαγιά του 1909, από οικογένεια ευκατάστατη. Από νωρίς βίωσε τον πόνο και τη δυστυχία εξαιτίας της φυματίωσης από την οποία χάνει τον μεγάλο του αδελφό καιτη μητέρα του· αργότερα προσβάλλεται και ο ίδιος, περνώντας, έτσι, μέρος της ζωής του σε φθισιατρεία.
Ο Ρίτσος υπήρξε άκαμπτος μαχητής της ζωής και της τέχνης που ποτέ δε λύγισε και δεν πρόδωσε τα ιδανικά του ούτε έπαψε να δημιουργεί μέσα από προσωπικό του δράμα και όραμα για τον απλό λαό, που τροφοδοτούσε το έργο του. Μετέτρεψε τον πόνο του σε δύναμη δημιουργίας και στις κακουχίες του αντέστρεψε την αρχοντιά της αξιοπρέπειας, δείχνοντας το μεγαλείο ψυχής του μέσα από τα ποιήματά του. Ενατένισε μέσα από τις δικές του «πληγές» τις «πληγές» όλου του κόσμου, μεταπλάθοντάς την ποίησή του– που δικαιωματικά χαρακτηρίζεται πανανθρώπινη – σε ένα πανανθρώπινο αίτημα για δικαιοσύνη. Άγγιξε με έξοχο τρόπο όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ευαισθησίας, μένοντας σταθερός αρωγός στον απλό άνθρωπο, που τόσο αγάπησε και ύμνησε.
Σε αντίθεση με τον Καβάφη και τον Σεφέρη που χρησιμοποιούν ως φίλτρο την ιστορική μνήμη, ο Ρίτσος προτάσσει την «καλλιτεχνική του ανυπομονησία», ως απότοκο της «ολοκληρωτικής, ψυχικής και σωματικής, ένταξής του στο ιστορικό γίγνεσθαι» (Βελουδής, 1984, σ. 85).
Η ποίηση του Ρίτσου λειτουργεί σαν βιβλίο αναφοράς για την ιστορία του 20ού αι. Ζώντας μέσα στη στροφοδίνη των γεγονότων του Μεσοπολέμου (οικονομικό κραχ 1929, ισχυροποίηση χιτλεροφασισμού, ανεργία, απεργίες, εξορίες, αστυνομική βία, δικτατορία…), αντιδρά συνειδησιακά και ποιητικά:
«Κι αντίς τ΄άφταιγα στήθεια μου να γδέρνω, δες, βαδίζω/και πίσω από τα δάκρυά μου τον ήλιο αντικρύζω./Γιε μου, στ’ αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,/σου πήρα το ντουφέκι σου· κοιμήσου, εσύ, πουλί μου».
*Φιλόλογος-εκπαιδευτικός