Ανάμεσα στη μιμητική αυτοκαταστροφή και τη δυνατότητα της συλλογικής φροντίδας.
Διαχρονικά, η λογοτεχνία εμπνέει ως αντανάκλαση της κοινωνίας μα κι ως εργαστήριο κατανόησης του ανθρώπινου ψυχισμού και της συλλογικής συμπεριφοράς. Πολύ συχνά, η ψυχιατρική και η κοινωνιολογία δανείζονται μορφές, χαρακτήρες και αφηγήσεις για να ονοματίσουν καταστάσεις που δυσκολεύονται να περιγράψουν αφηρημένα. Η κλασική αρχαιότητα βρίθει από ήρωες και μύθους που λειτούργησαν αργότερα σχεδόν σαν «λεξικό» για την ψυχολογία, τη φιλοσοφία και την πολιτική σκέψη, ενώ τραγωδίες και έπη παρήγαγαν αρχετυπικούς τύπους συμπεριφοράς πολύ πριν εμφανιστούν οι σύγχρονες ανθρωπιστικές επιστήμες.
Μεγάλες λογοτεχνικές μορφές επιβιώνουν επειδή συλλαμβάνουν ανθρώπινες εμπειρίες σε πυκνή συμβολική φόρμα. Στους πιο πρόσφατους αιώνες έχουμε φαινόμενα όπως τον «μποβαρισμό» που ενέπνευσε ο Φλωμπέρ, δηλαδή την έμμονη τάση φυγής στις ερωτικές φαντασιώσεις, ή τον «δονκιχωτισμό», που χρησιμοποιείται μεταφορικά για την αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στο ιδεώδες και την πραγματικότητα.
Με τον ίδιο τρόπο, η διεθνής βιβλιογραφία περιγράφει δύο αντιθετικά φαινόμενα: του Βέρθερου και του Παπαγκένο. Το λεγόμενο «Werther Effect» αναφέρεται στην έξαρση μιμητικών αυτοκτονιών ως αποτέλεσμα της ευρείας δημοσιότητας και την υπερδραματοποίηση που δίνουν τα μέσα ενημέρωσης σε μια αυτοχειρία. To «Papageno effect», αντισταθμιστικά, είναι μια πρακτική πρόληψης που συμβάλλει στη μείωση των αυτοκτονικών σκέψεων, αναδεικνύοντας προσωπικές ιστορίες αντιμετώπισης των δυσκολιών και αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων.
Η πρώτη περίπτωση προέρχεται από το θυελλώδες επιστολογραφικό μυθιστόρημα του Γκαίτε «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» (1774), όπου ο νεαρός ήρωας, ανήμπορος να αντέξει τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για την Καρλότα και να συμφιλιωθεί μ’ έναν κόσμο που δεν χωρά την επιθυμία του, αυτοκτονεί. Η επιτυχία του βιβλίου στην Ευρώπη σύντομα συνοδεύτηκε από ένα ανησυχητικό παρεπόμενο: νεαροί άνδρες άρχισαν να αυτοκτονούν μιμούμενοι τον Βέρθερο, ακόμη και ντυμένοι όπως εκείνος. Μια ακόμη απόδειξη ότι οι αφηγήσεις δεν είναι «αθώες», αλλά παράγουν τάσεις και ταυτίσεις. Ενίοτε ολέθριες.
Η δεύτερη περίπτωση αναφέρεται στον εύθυμο κυνηγό πουλιών Παπαγκένο από την όπερα του Μότσαρτ «Μαγικός Αυλός» (1791). Σε μια στιγμή απόγνωσης, πιστεύει ότι έχει χάσει για πάντα την αγαπημένη του Παπαγκένα και σκέφτεται να αυτοκτονήσει. Άλλοι χαρακτήρες παρεμβαίνουν, τού θυμίζουν ότι η απελπισία δεν είναι αιώνια, ότι ο άνθρωπος δεν σώζεται μόνος του. Η παρέμβαση της κοινότητας τον σώζει. Το φαινόμενο Παπαγκένο περιγράφει, ουσιαστικά, πώς η θετική διαχείριση της απελπισίας από το περιβάλλον μειώνει την πιθανότητα μιμητικής αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς.
Ο Βέρθερος, πέρα από λογοτεχνικός χαρακτήρας, είναι ένα σύμβολο της πρώιμης ρομαντικής νεωτερικότητας για το άτομο που αισθάνεται ότι η εσωτερική του αλήθεια είναι ισχυρότερη από την κοινωνική πραγματικότητα. Από τον 19ο αιώνα, η δυτική κουλτούρα βρίθει από εκδοχές αυτής της φιγούρας, είτε μιλάμε για τον καταραμένο ποιητή, τον αυτόχειρα καλλιτέχνη, τον περιθωριοποιημένο έφηβο, όποιον μετατρέπει την οδύνη σε αισθητικό γεγονός.
Είναι διακριτή εδώ και μια έντονη ανθρωπολογική διαφορά ανάμεσα σε δύο πολιτισμικά μοντέλα. Το ένα βλέπει το άτομο ως μοναχικό υποκείμενο που συντρίβεται κάτω από την αλήθεια του εσωτερικού του κόσμου. Το άλλο αναγνωρίζει ότι η ψυχή είναι πάντα σχεσιακή, ότι ο άνθρωπος δεν συγκροτείται ποτέ εντελώς μόνος.
Η ψυχανάλυση, από τον Φρόιντ έως τον Λακάν, επέμεινε ότι ο ανθρώπινος ψυχισμός δεν είναι ποτέ απολύτως αυτάρκης αλλά συγκροτείται μέσα από τη σχέση με τον (Μεγάλο) Άλλο, με την απώλεια, την αναγνώριση, τη γλώσσα, τους δεσμούς. Από την ανάγκη να υπάρχουμε μέσα από το βλέμμα των άλλων, προκύπτει μια συμβολική σχέση που όταν διαρρηγνύεται, ο κόσμος χάνει τη συνοχή του.
Ίσως σάς μπέρδεψα, αλλά θέλω να καταλήξω στο επιχείρημα ότι ο ψυχικός πόνος και κατά προέκταση η αυτοκαταστροφική επιθυμία δεν είναι ποτέ αμιγώς ατομικό γεγονός. Και ανάμεσα στον Βέρθερο και τον Παπαγκένο προκύπτει το αρκούντως κρίσιμο και επίκαιρο ζήτημα του πώς αφηγούμαστε τον ψυχικό πόνο. Ο Βέρθερος μετατρέπει τον θάνατο σε αφήγηση νοήματος, ενώ ο Παπαγκένο τη σχέση με τους άλλους σε προοπτική επιβίωσης.
Οι διεθνείς οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τη μιμητική διάσταση της αυτοκτονίας εδράζονται σε δεκαετίες ερευνών. Η υπερβολική δραματοποίηση, η λεπτομερής περιγραφή, η αισθητικοποίηση του θανάτου, η δημιουργία μιας σχεδόν μυθολογικής αφήγησης γύρω από τους αυτόχειρες, ενδέχεται σοβαρά να ενεργήσουν ως καταλύτες ταύτισης.
Από αυτή τη σκοπιά, η προσέγγιση της υπόθεσης των δύο έφηβων κοριτσιών σε προάστιο της Αθήνας ήταν παντελώς λανθασμένη. Πρόκειται για κλασική περίπτωση παραδείγματος προς αποφυγή. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβει κανείς τις λεπτομέρειες, ήταν εμφανές ότι μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης κινήθηκε προς την πιο επικίνδυνη κατεύθυνση: συναισθηματική υπερφόρτιση (εκμετάλλευση), σχεδόν μυθιστορηματική τραγικοποίηση, παραγωγή συμβολισμών και απλουστευτική αναζήτηση βαθύτερων κοινωνικών αιτιών.
Πέρα από την ηθική διάσταση, το πρόβλημα είναι η μετατροπή της τραγωδίας σε δημόσιο θέαμα. ΕΙΔΙΚΑ, όταν συμβαίνει σε μια χώρα που κουβαλά ήδη εξαντλητικές κοινωνικές πιέσεις: οικονομική ανασφάλεια, συναισθηματική κόπωση, αίσθηση αδιεξόδου, κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς κ.ο.κ. Ναι, η ελλαδική πραγματικότητα δεν χωρά εξιδανίκευση και, ναι, είναι εύκολη η διαπίστωση ότι πολλοί νέοι άνθρωποι μεγαλώνουν σε μια διάχυτη πολιτισμική εξάντληση. Τίποτα απ’ αυτά, όμως, επ’ ουδενί λόγω, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε σχήμα αιτιολόγησης ενός απονενοημένου διαβήματος. Αντίθετα, ο δημόσιος λόγος οφείλει να είναι ακόμη πιο προσεκτικός και ψύχραιμος.
Στην Κύπρο, όταν υπό οποιασδήποτε συνθήκες προκύπτει αυτοχειρία, τα μέσα ενημέρωσης, αλλά ακόμη και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τείνουν να αποσύρονται σχεδόν ακαριαία. Οι λεπτομέρειες αποσιωπώνται, δημιουργείται ένα προστατευτικό πέπλο γύρω από το γεγονός. Σε μια μικρή κοινωνία, όπου η εγγύτητα είναι ασφυκτική και οι ταυτίσεις λειτουργούν με μεγάλη ένταση, ο φόβος του «Βέρθερου» παραμένει υπαρκτός, μαζί με το κοινωνικό/ θρησκευτικό στίγμα που συνοδεύει την αυτοχειρία.
Από την άλλη, όμως, η κουλτούρα πλήρους αποσιώπησης ενέχει έναν άλλο κίνδυνο: να παραδώσει τον ψυχικό πόνο στο σκοτάδι, τη ντροπή, την ιδιωτική ενοχή και την αδυναμία συλλογικής επεξεργασίας. Αυτό συχνά τον εσωτερικεύει και τον διογκώνει. Το ζήτημα που τίθεται είναι στο πώς μια κοινωνία φτάνει στην ωριμότητα να μιλήσει για την απελπισία χωρίς να την αισθητικοποιεί και χωρίς να τη μετατρέπει σε πολιτισμικό μύθο.
Τι προϋποθέτει αυτό; Ίσως μια διαφορετική, πιο ενσυναισθητική, κουλτούρα αφήγησης. Δηλαδή, μια μετακίνηση από τον Βέρθερο προς τον Παπαγκένο.
Ελεύθερα, 17.5.2026