Το Πάσχα των χριστιανών έφτασε και οι νεαροί στις κατά τόπους ενορίες των πόλεων και των χωριών της μεγαλονήσου μαζεύουν κάθε λογής καύσιμη ύλη για να τη χρησιμοποιήσουν στη λαμπρατζιά, τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου. «Για να κάψουν τον Ιούδα», όπως λένε οι ειδήμονες επί των εθίμων. Αυτή η μεγάλη πυρά ανάβεται στα προαύλια των εκκλησιών ή σε παρακείμενους άλλους υπαίθριους χώρους μόλις νυχτώσει και μέσα ρίχνουν διάφορα, όπως βεγγαλικά, κροτίδες και γκαζάκια για να προκαλέσουν εκκωφαντικούς θορύβους. Από πού και πότε ξεκίνησε άραγε αυτή η συνήθεια; 

 Η συνήθεια αυτή χάνεται μέσα στους αιώνες και δεν ξέρουμε πότε ακριβώς εμφανίζεται στο νησί. Αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι υπήρχε κατά τον 19ο αιώνα, λίγο διαφοροποιημένη. Άναβαν λαμπρατζιές στις παράλιες πόλεις, στη Λάρνακα μάλιστα στην εκκλησία του Αγίου Λαζάρου τελούσαν μεγαλοπρεπέστατη πυράν. Για τη φωτιά αυτή χρησιμοποιούσαν μία ή δύο παλιές βάρκες που τις τοποθετούσαν σε σχήμα πυραμίδας και στο κενό που δημιουργείτο κάτω από αυτές έβαζαν ξερούς θάμνους και ξύλα που χρησίμευαν ως προσάναμμα. Όταν άναβαν τη φωτιά, τα παιδιά που βρίσκονταν εκεί έτρεχαν γύρω από αυτήν, φωνάζοντας «ασυνάρτητα και δαιμονιωδώς», ενώ άλλα έριχναν κροτίδες. Όταν μετά από αρκετή ώρα η ένταση της φλόγας μειωνόταν, τα πιο τολμηρά και ευκίνητα παιδιά πηδούσαν διαδοχικά πάνω από την εστία. Τέλος, οι παρευρισκόμενοι διαλύονταν όταν η φωτιά περιοριζόταν. 

Κατά τη διάρκεια αυτού του εθίμου στο Βαρώσι, το 1897, έγινε ένα φρικτό και πρωτάκουστο κακούργημα. Τα παιδιά της ενορίας του Αγίου Νικολάου από πολύ νωρίς μάζευαν διάφορα ξύλα για να τα χρησιμοποιήσουν στη λαμπρατζιά. Μεταξύ αυτών μετέφεραν και έναν κορμό φοινικιάς. Καθώς περνούσαν από το κατάστημα κάποιου Τούρκου που πουλούσε χαλβά, αυτός τους ζήτησε να αγοράσει τον κορμό. Αφού τον πήρε, τον έβαλε μέσα στο μαγαζί του και έκλεισε τη μία από τις δύο πόρτες που διέθετε. Μετά από περίπου μία ώρα, έβγαλε έξω από το κατάστημά του τον κορμό λέγοντας στα παιδιά ότι δεν του άρεσε και δεν τον θέλει. Τότε τα παιδιά μετέφεραν τον κορμό στον περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου με τη συνοδεία των υπηρετών του Τούρκου καταστηματάρχη (χαλβαντζή), αναμειγνύοντάς τον με άλλα ξύλα που υπήρχαν εκεί. Τι άραγε είχε σκαρφιστεί, αφού συνεννοήθηκε με άλλους Τούρκους, να κάνει; Είχε τρυπήσει τον κορμό της φοινικιάς και τοποθέτησε μέσα σε αυτόν δυναμίτιδα, πυρίτιδα και μόλυβδο. Δηλαδή, είχε κατασκευάσει μια μικρή, αθέατη βόμβα, ισχυρής εκρηκτικής ισχύος. Κατά τη διάρκεια της υλοποίησης αυτής της καταχθόνιας πράξης, κάποιο παιδί, που το είχε στείλει η μητέρα του να αγοράσει χαλβά, μπήκε στο κατάστημα από την πόρτα που ήταν ανοικτή και είδε τον Τούρκο να τρυπάει τον κορμό, όπως κατέθεσε αργότερα στην Αστυνομία. 

Γύρω στις επτά η ώρα το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου άναψαν τη λαμπριατζιά και μετά από λίγα λεπτά μια εκκωφαντική έκρηξη συντάραξε ολόκληρη την πόλη. Το τοπίο θύμιζε βομβαρδισμένο, μεγάλοι κορμοί ξύλων βρέθηκαν στον αέρα, προκλήθηκαν ζημιές στα γύρω σπίτια, όλα τα τζάμια της εκκλησίας έσπασαν. Οι πιστοί που βρίσκονταν μέσα στον ναό έπεσαν στο έδαφος. Ακολουθούν σκηνές πανικού, μητέρες να θρηνούν και με οδυρμούς αλλόφρονες να αναζητούν τα παιδιά τους. Έντρομο πλήθος κόσμου να συρρέει για να δει τι πραγματικά έγινε, Αστυνομία φτάνει στο σημείο της έκρηξης, 35 άνθρωποι τραυματίστηκαν, από αυτούς 6 παιδιά και 2 ηλικιωμένοι πολύ σοβαρά, πολλοί άλλοι είχαν ελαφρύτερα τραύματα στα χέρια, στα πόδια και στα μάτια. Όπως μας πληροφορεί η εφημερίδα της Λάρνακας, το «Νέο Έθνος», από τους τραυματίες πέθαναν τέσσερις. Μεταξύ των τραυματισμένων ήταν και ο γραμματέας της Αστυνομίας Ι. Κ. Περιστιάνης, λόγω της έγκαιρης και δραστήριας ενέργειας του οποίου συνελήφθησαν τέσσερις ύποπτοι, μεταξύ αυτών και ο Τούρκος καταστηματάρχης (χαλβαντζής). 

Σε αυτό το έγκλημα ενέχονταν και ανώτεροι Τούρκοι αξιωματούχοι και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, όσοι Τούρκοι κατοικούσαν στο Βαρώσι, έστειλαν από νωρίς τις συζύγους τους στην Αμμόχωστο και οι ίδιοι ήταν κρυμμένοι αρκετά μακριά για να αποφύγουν την καταστροφή που θα προκαλούσε η έκρηξη.

Την επόμενη Τετάρτη, μαζεύτηκε κόσμος για να διαμαρτυρηθεί και να ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα από την Κυβέρνηση. Τότε, ο Άγγλος αστυνόμος διέταξε να διαλυθεί το πλήθος και να εκλεχθεί μια αντιπροσωπευτική επιτροπή για να εκθέσει τα ζητήματα. Παράλληλα, ζητήθηκε από τον αστυνόμο να διατάξει έρευνα σε δύο άμαξες που φορτώθηκαν εκείνη την ώρα από διπλανό δωμάτιο της τζαμής, πιθανόν με εκρηκτικά και όπλα. Ο αστυνόμος απάντησε αρνητικά στο αίτημα για έρευνα, λέγοντας χαρακτηριστικά «δεν είναι καλό να γίνει τούτο για να μη γίνει περισσότερος ερεθισμός». Άραγε πρόκειται για δειλία του Άγγλου αστυνόμου ή κρυβόταν κάτι άλλο πίσω από την αδράνειά του;

Εν τέλει μέσα σε ένα μήνα διενεργήθηκε δίκη στο Κακουργιοδικείο και ο Τούρκος που τοποθέτησε μέσα στον κορμό της φοινικιάς τα εκρηκτικά και προκάλεσε τον όλεθρο τη νύχτα της Αναστάσεως αθωώθηκε λόγω έλλειψης «των απαιτούμενων κατά τον νόμον τύπων». Η λεμεσιανή εφημερίδα της εποχής «Σάλπιγξ» καταλήγει εύλογα στο συμπέρασμα ότι με αυτό τον τρόπο ενθαρρύνονται οι κακούργοι να διαπράττουν κακουργήματα και τρέφονται τα πάθη για αντεκδικήσεις μεταξύ των δύο σύνοικων στοιχείων. Συνεπώς, όσοι ανυπόμονα περίμεναν την έκβαση της δίκης για να ικανοποιηθεί το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» έμειναν αδικαίωτοι. 

Δυστυχώς, το έθιμο της λαμπρατζιάς τα τελευταία χρόνια έχει πάρει επικίνδυνες και ανεξέλεγκτες διαστάσεις, σε σημείο που πολλές φορές κινητοποιούνται η Αστυνομία και η Πυροσβεστική προς αποτροπή δυσάρεστων καταστάσεων, ενώ δεν λείπουν οι βιαιοπραγίες μεταξύ των «λαμπρατζιστών».

 

Η φωτιά θυμίζει την πυρά του προαυλίου που ζεσταινόταν ο απ. Πέτρος

Όπως μας πληροφορεί ο Φίλιος Ζαννέτος στην ιστορία  του, πρόκειται για πολύ παλιό έθιμο αλλά  δεν γνωρίζουμε περισσότερα στοιχεία για την προέλευση και τη σημασία του. Η φωτιά όμως υπενθυμίζει την πυρά του προαυλίου όπου πήγε να ζεσταθεί και ο Απόστολος Πέτρος. Το κάψιμο των βαρκών στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα, τα παιδιά που τρέχουν γύρω από αυτή φωνάζοντας ακαταλαβίστικα προξενούν την εντύπωση αλληγορικής παράστασης των Αποστόλων, οι οποίοι εγκαταλείποντας τις βάρκες τους διασκορπίστηκαν στον κόσμο για να κηρύξουν σε όλες τις γλώσσες τον Λόγο του Θεού.  

 

Πηγές: Φίλιος Ζαννέτος, Ιστορία της Νήσου Κύπρου. Από της αγγλικής κατοχής μέχρι σήμερον, Τόμος Β΄, Τύποις Φιλοκαλίας, Λάρνακα 1911, σ. 951-953

Το Νέον Έθνος Λάρνακα, 18/30 Απριλίου 1897

Σάλπιγξ Λεμεσός, 16/28 Απριλίου, 14/26 Μαΐου 1897

*Υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου