«Ουρανός ισχύος. Άνεμοι γονατίζουν στους θάμνους. Οδόσημα σταυρώσεων και ρυθμός βοής. Χείμαρροι, χείμαρροι, ξηρασία πάλλουσα η αφή· μοιρολόι στις σχισμές» (Σταύρος Σταμπόγλης, ‘Περί Βεγγαλικών’).

Τις τελευταίες ημέρες, παρατηρείται μία κινητικότητα γύρω από το Κυπριακό ζήτημα, κινητικότητα σχετική όχι τόσο με την εξεύρεση λύσης αυτής καθαυτής, όσο με την δυνατότητα πραγματοποίησης μίας πολυμερούς διάσκεψης (με την συμμετοχή των εγγυητριών δυνάμεων), ώστε και να συζητηθούν τα νέα δεδομένα που έχουν προκύψει και δεν είναι διόλου ασήμαντα, αλλά και να διαφανεί εάν υπάρχουν προϋποθέσεις διεξαγωγής διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού. Πάνω σε ποια βάση;, μπορεί να αναρωτηθεί εύλογα κάποιος.

Και το ερώτημα, τίθεται, επιτακτικά πλέον, από την στιγμή όπου η Τουρκία και η Τουρκοκυπριακή ηγεσία που προέκυψε μετά τις εκλογές στην Τουρκο-κυπριακή κοινότητα, εκλογές που ανέδειξαν στην προεδρία τον Ερσίν Τατάρ, έχουν επιχειρήσει μία ανοιχτή στρατηγική στροφή, τασσόμενοι υπέρ της επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος πάνω στη βάση ύπαρξης δύο ξεχωριστών κρατών στο νησί.

Εξέλιξη με την οποία οφείλει να αναμετρηθεί η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, και συνακόλουθα, δεν προέκυψε μεταφυσικώ τω τρόπω. Αν επιχειρήσουμε να κωδικοποιήσουμε τους λόγους αυτής της Τουρκικής-Τουρκο-κυπριακής στροφής, θα λέγαμε τα εξής. Ένας πρώτος και βασικός λόγος έχει να κάνει με την μη αξιοποίηση των δύο σημαντικών ευκαιριών που ανέκυψαν για την επίλυση του Κυπριακού με όρους επανένωσης του νησιού, ήτοι με το Σχέδιο Ανάν του 2004 (κύρια αυτή), και με την αποτυχία των διαπραγματεύσεων στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας, το 2017.[1]

Η αποτυχία περιέπλεξε τα πράγματα και ως προς την επιμονή και την πίστη στο μοντέλο της Ομοσπονδίας, αλλά και ως προς το αναγκαίο απόθεμα εμπιστοσύνης που αμβλύνθηκε πολιτικά και όχι στατικά, χάριν της δυσπιστίας για τις  ‘πραγματικές προθέσεις’ των Κυπριακών κυβερνήσεων και των Ελληνο-κυπρίων. Ένας δεύτερος λόγος έχει να κάνει με το ό,τι, όπως διεφάνη και στις τελευταίες εκλογές στην Τουρκο-κυπριακή κοινότητα, αλλά και πιο πριν, το ενδεχόμενο της Ομοσπονδιακής λύσης θεωρείται ό,τι εξεμέτρησε εδώ και καιρό τον ωφέλιμο βίο του, συνεπεία και της απόρριψης των προτεινόμενων λύσεων τα αμέσως προηγούμενα χρόνια, από την Ελληνο-κυπριακή πλευρά.

Ας προσέξουμε εδώ το εξής σημείο: Η προτίμηση στην λύση επί τη βάσει των δύο κρατών που σπεύδει να νομιμοποιήσει ιστορικά και αναδρομικά την Τουρκική στρατιωτική εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού που έλαβε χώρα στα 1974, ερείδεται πάνω στην αποτυχία ή αλλιώς, στα ‘ερείπια’ της ομοσπονδίας, το χαρτί της οποίας κάηκε προτού δοκιμαστεί στην πράξη. Έτσι, για την Τουρκία και την σημερινή Τουρκο-κυπριακή ηγεσία, τα δύο κράτη στο νησί δεν συνιστούν παρά παραδοχή της πραγματικότητας ως έχει, διανθισμένης με ένα μοτίβο του είδους ‘πάμε παρακάτω.’

 Ένας τρίτος λόγος, αφορά την ευρύτερη και ασκούμενη γεω-πολιτική της Τουρκίας στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, με την Τουρκία να προβάλλει την αντίληψη, ακόμη και υπόγεια, πως μία αναβαθμισμένη ‘Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου,’ (η Βόρεια Κύπρος ως περιφερειακός πυλώνας που), θα διεκδικεί τον δικό της λόγο στην περιοχή και το δικό της μερίδιο στους ενεργειακούς της πόρους, εναρμονίζεται καλύτερα με τις στρατηγικές της επιδιώξεις.

 Ένας τέταρτος λόγος συνδέεται με την έλλειψη προωθητικής δυναμικής για την επίλυση του Κυπριακού, για την διαμόρφωση της οποίας, μετά την αποτυχία στο Κραν Μοντανά, δεν έστερξαν ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση, εκεί όπου οι περιφερειακές διεργασίες[2] έτσι όπως αναπτύχθηκαν στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου που συμπεριλαμβάνουν και την ύπαρξη συγκρουσιακών ζωνών (βλέπε Λιβύη), είχαν ως αποτέλεσμα να μην βρεθεί το Κυπριακό σε πρώτο πλάνο.

 Με αυτό το μείγμα δυσπιστίας,   αλλαγής προτεραιοτήτων και στρατηγικών, αδιαφορίας,  έρχεται αντιμέτωπη η Κυπριακή Δημοκρατία, που καλείται να προσέλθει στην πενταμερή για την σύγκληση της οποίας ζητείται ημερομηνία, με ένα συγκροτημένο σχέδιο που ως πρώτο μέλημα θα έχει το να δοθεί εκ νέου πνοή στην λύση της δι-ζωνικής και δι-κοινοτικής Ομοσπονδίας. Στην οποία έκανε λόγο πρόσφατα, όχι ως φόρμουλα, αλλά ως στοιχείο επίλυσης, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ. Κάτι που έπραξε σε ανακοίνωση του και το υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.

 Σε αυτό το πλαίσιο όμως, οφείλουμε να σημειώσουμε, πως η επιστροφή της Τουρκίας και της Τουρκο-κυπριακής πλευράς στην διακηρυγμένη Ομοσπονδιακή λύση δεν είναι απλή, εύκολη, ανώδυνη και δεδομένη, στο βαθμό που ακουμπά στους λόγους που τέθηκαν πιο πάνω, καθιστάμενη ως η ‘ευκταία εναλλακτική,’ και περαιτέρω, ως η ‘βιώσιμη εναλλακτική’ σε μία ‘θάλασσα’ αποτυχιών και φοβικών προσεγγίσεων.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν μπορεί να κομίσει το σχέδιο της, αφού έχει ξεκαθαρίσει την θέση και την στάση της (υπέρ της Ομοσπονδιακής επανένωσης του νησιού), και εκφράσει την εμπιστοσύνη της σε αυτό το πρότυπο επίλυσης.

 Μετά από τις εσφαλμένες και φοβικές προσεγγίσεις των προηγούμενων ετών, απαραίτητη προϋπόθεση, για μία σε νέες βάσεις συζήτηση-διαπραγμάτευση, είναι η σταδιακή ανάκτηση της  σταθερής εμπιστοσύνης[3] μεταξύ των δύο πλευρών, η εκ νέου αναζήτηση των στοιχείων εκείνων πάνω στα οποία και είναι πιθανότερο να βρεθεί μία ισορροπία (στοιχεία που ενώνουν),  προτάσσοντας το ό,τι η επανενωμένη Κύπρος είναι η πρόσφορη λύση και η πραγματικά βιώσιμη εναλλακτική απέναντι σε σενάρια διχοτόμησης.

Η διαπίστωση μπορεί να φαντάξει απαισιόδοξη έως λυπηρή, αλλά στο βαθμό που έχει φθάσει το Κυπριακό, είναι και ρεαλιστική. Οι μη βεβιασμένες κινήσεις που μπορούν να τραυματίσουν την όποια εμπιστοσύνη έχει απομείνει, τα όποια ψήγματα Ομοσπονδίας,  πρέπει να συνδυασθούν με την τόλμη που συμπεριλαμβάνει και την παραδοχή λαθών και την αυτό-κριτική,  ιδίως από Ελληνο-κυπριακής πλευράς. Οι Ελληνο-κύπριοι[4] πρέπει να προσεγγίσουν τους Τουρκο-κύπριους ανοιχτά, με όρους ιστορικούς, συμβιωτικούς, με τρόπο ώστε να μπορέσει να επιτευχθεί μία ευρύτερη κοινωνική δυναμική. Ένα αξεπέραστο τοίχος δεν χωρίζει τις δύο πλευρές.

* Υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

 

[1] Για την αποτυχία των διαπραγματεύσεων στο Κραν Μοντανά και για τις ευθύνες για αυτή την εξέλιξη της Ελληνο-κυπριακής και της ελληνικής πλευράς, βλέπε σχετικά, Ιωακειμίδης Παναγιώτης, ‘Επιτεύγματα και στρατηγικά λάθη της εξωτερικής πολιτικής της Μεταπολίτευσης. Προβλήματα και λύσεις. Παθογένειες και προκλήσεις,’ Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2020, ιδίως σελ. 91-94.

[2] Και η Κυπριακή κυβέρνηση υπό τον Νίκο Αναστασιάδη ενεπλάκη στο περιφερειακό γίγνεσθαι, βλέποντας εκεί ‘ευκαιρίες’ και δυνατότητες, και όχι στο Κυπριακό και στη δυνατότητα επίλυσης του. Το βασικό της πρόβλημα της Κυπριακής κυβέρνησης, είναι το γεγονός ό,τι έσπευσε να δικαιολογήσει και να ‘κρύψει’ την δική της ατολμία και αρνητικότητα πάνω στην αρνητική στάση των άλλων, και ιδίως στην στάση της Τουρκίας, καταναλώνοντας το πολιτικό-διπλωματικό της κεφάλαιο σε μάχες χαρακωμάτων και μη αξιοποιώντας παράλληλα, τις διεργασίες στην Τουρκο-κυπριακή κοινότητα που οδήγησαν στην εκλογή στην προεδρία του Μουσταφά Ακιντζί. Ο οποίος δεν προσελήφθη ως εταίρος και δη ως βασικός Κυπριακός εταίρος με επίδικο την πολιτική  επίλυση-επανένωση, αλλά, αντιθέτως, έγινε αντιληπτός ως ο άνθρωπος του ‘ενός βήματος μπροστά, και δύο και τρία πίσω.’

[3] Δίπλα σε αυτά τα στοιχεία, μπορούμε να προσθέσουμε και την εστίαση στη δι-ζωνική  και την παράλληλη  αξιοποίηση των λεκτικών διακηρύξεων Ε.Ε., και ΗΠΑ υπέρ της λύσης τύπου δι-ζωνικής και δι-κοινοτικής Ομοσπονδίας. Εξίσου κρίσιμο στοιχείο, είναι το να επιδιώξει η Κυπριακή κυβέρνηση αλλά και φορείς της κοινωνίας των πολιτών, να αντιστρέψει την αντίληψη περί ‘κτητικότητας’ και ‘ιδιοκτησιακού συνδρόμου’ που προβάλλεται.

[4] Η αντίληψη που αναπαράγεται και στην εν Ελλάδι δημόσια σφαίρα, και θέλει την Τουρκο-κυπριακή πλευρά, να είναι ένα απλό ‘υποχείριο’ της Τουρκίας και του προέδρου της Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είναι μονοσήμαντη και αβαθή, στο βαθμό που παραβλέπει ό,τι μία κοινωνία, στην περίπτωση η Τουρκο-κυπριακή δεν είναι στατική και μονολιθική, αλλά δυναμική και διάστικτη από αντιφάσεις και αντιθέσεις, από διάφορες δυναμικές. Στο κρίσιμο και λεπτό σημείο που βρίσκονται τα πράγματα, η σύλληψη της όλης κατάσταση με όρους υπέρβασης της αβαθούς αυτής αντίληψης, μπορεί να προσφέρει δυνατότητες και πρόσφορο έδαφος προσέγγισης και αναθέρμανσης της επίλυσης με διαστάσεις Ομοσπονδίας.