Στον καναπέ όπου περνάω τις περισσότερες ώρες μου το τελευταίο διάστημα, μαζί μου είναι μια κούκλα που έχω εδώ και χρόνια. Μου κάνει παρέα για πολλές ώρες. Και πολλές απ’ αυτές τις ώρες, αποτελεί τη μοναδική μου συντροφιά. Έχουμε λοιπόν δεθεί περισσότερο τον τελευταίο καιρό. Παρακολουθούμε μαζί σχεδόν τα πάντα, της διαβάζω ποίηση και λογοτεχνία, μοιράζομαι μαζί της σκέψεις και θεατρικά. Έτσι, έχω αρχίσει να παρατηρώ τη συμπεριφορά της, όπως κι αυτή τη δικιά μου. Συχνά με φέρνει αντιμέτωπη με δύσκολες αλήθειες, σαν αυτές που καθρεφτίζονται στη διαχρονική ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη. Ένα βράδυ «περιήγησής» μας, λοιπόν, στα μονοπάτια της ποίησής του ήταν το ερέθισμα για να εξερευνήσω τον κόσμο της κούκλας μου, τον δικό μου και της κοινωνίας μας. Πρώτη θεματική, η υποκρισία και οι θεατρινίστικες (όχι θεατρικές) μάσκες:

Αλήθεια, αν μπει κανείς, ξαφνικά, στο δωμάτιο θα μας περάσει για θεατρίνους – η Κλυταιμνήστρα, ο Πυλάδης…

Εξάλλου μια σειρά από μάσκες κρέμονται στον τοίχο, που τις

χρησιμοποιήσαμε

άλλοτε για ν’ αρέσουμε ή να ωφεληθούμε κι άλλοτε

μονάχα από συνήθεια ή σαν την αυτόματη κίνηση που κάνεις

για να σωθείς από ’να κίνδυνο – η μάσκα του ανδρείου, του

κυνικού, του αλαζόνα ή του σεμνού…

Όμως οι μάσκες κάποτε θα τελειώσουν, σαν τα τραγούδια και τις γιορτές,

και τότε θα φανεί αυτό το ανύπαρχτο πρόσωπο που υπήρξαμε…

 

Και τέλειωσαν τα τραγούδια κι οι γιορτές. Κι άναψαν τα φώτα κι έπεσαν οι μάσκες. Η κούκλα μου ατάραχη. Ούτε για τον εαυτό της ντράπηκε, ούτε με άλλους θύμωσε. Κράτησε το ίδιο ύφος. Το νόμιζα κάποτε για εκφραστικό, μα η ίδια έκφραση σε κάθε συγκυρία ισούται με το ανέκφραστο. Το απαθές. Το ανενθουσίαστο. Το απερίεργο. Το ασυγκίνητο. Το ανόσταλγο. Το άνευρο. Μια αφόρητη επιμονή στο θετικό, που πια ισούται με στρουθοκαμηλισμό. Κοιτά σαν να ονειρεύεται το αόριστο, λες και κρατά μια μυστική γνώση που την αφήνει απρόσβλητη σε όσα γύρω της συμβαίνουν.

Δεν μπορεί… Μαζί ενημερωνόμασταν για τις ειδήσεις. Μαζί ακούγαμε για ακόμα ένα θάνατο. Μαζί για μια ακόμα κακοποίηση και άλλο ένα σκάνδαλο. Αλλά ναι… θυμάμαι τώρα. Έστρεφε αλλού το βλέμμα. Επέμενε να σκύβει, έκανε πως τεντώνεται ή την έπαιρνε ο ύπνος. Δεν είχα καταλάβει γιατί άρχιζε να κάνει διάφορα χαζά. Τώρα καταλαβαίνω. Δεν είναι εύκολο να παραδέχεσαι την απάθειά  σου. Το μυαλό βρίσκει έξυπνους τρόπους να σε κάνει να νιώθεις και να δείχνεις άμοιρος ευθυνών. Κοιμάσαι, άρα η σιωπή σου δεν είναι μεμπτή. Κοιμούνται, άρα ούτε η δική τους σιωπή είναι μεμπτή. Βλέπεις αλλού, άρα η αδιαφορία σου παραγράφεται. Βλέπουν κι αυτοί αλλού, έτσι ούτε η δική τους αδιαφορία καταγράφεται. Κι όμως, στον κοινό μας ύπνο συντελείται μια δολοφονία οργανωμένη.

Μια δειλή πράξη σου σε κάνει να πεθαίνεις μέσα στους άλλους,

με μια συγγνώμη αργοπορημένη πεθαίνουν οι άλλοι μέσα σου.

Λίγη περισσότερη σιωπή μπορεί να σκοτώσει το ίδιο αλάνθαστα,

όπως και μια λέξη. Μια κίνηση αδιαφορίας, ένα βλέμμα επίμονο,

το κουδούνι που δε χτύπησε, το γράμμα που ήρθε, κάνουν τη

δουλειά τους το ίδιο καλά

όπως ένα μαχαίρι ή λίγο υδροκυάνιο. Κάθε μέρα, όλες τις νύχτες,

είκοσι τέσσερεις ολάκερες ώρες ο φόβος σκοτώνει, η προσδοκία

σκοτώνει,

τ’ όνειρο σκοτώνει, η πράξη σκοτώνει…

Κάθε ώρα καναπέ κι ένα βήμα πιο κοντά στον θάνατο. Μα έρχεται αργά, μεθοδικά, ώσπου γίνεται σχεδόν σαδιστικά απολαυστικό. Γι’ αυτό η κούκλα μου πάντα χαμογελάει. Ξέρει, μάλλον, τι δικαιούται να φορέσει και τι όχι σ’ αυτή τη γιορτή. Ξέρει πως ο φόβος σκοτώνει, η προσδοκία σκοτώνει, τ’ όνειρο σκοτώνει, η πράξη σκοτώνει. Το μόνο που δεν σκοτώνει είναι το να είσαι κούκλα. Φαινομενικά. Γιατί εγώ τη βλέπω που καταπιέζεται. Είναι δύσκολο να είσαι κούκλα. Πρόκειται για μια εναγώνια έως επικίνδυνη προσπάθεια να συντροφεύεις και να ψυχαγωγείς, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, χωρίς να αντιδράς. Να μεγαλώνεις αλλά να μην το ξέρεις. Να παραμένεις αυτό που αποφάσισαν άλλοι για σένα. Να σου συμβαίνει αυτό που οι άλλοι κάνουν σε σένα. Και πια τη θέση σου αυτή, πώς να την αποχωριστείς; Η αξία σου μετριέται στη βάση συγκεκριμένων κριτηρίων – μα δεν είμαι σίγουρη πως η δική μου αξία μετριέται αλλιώς. Δεν έχω δει να αμείβονται η ευαισθησία, η αμφισβήτηση, η κριτική σκέψη, η ανάλυση, η αντίσταση, η θλίψη με τα γεγονότα ή έστω η κοινή λογική. Ή αλλιώς, από μέρα σε μέρα:

Οι ίδιες ταπεινώσεις πάλι σήμερα, τα ίδια λάθη, οι συμβιβασμοί,

το δουλικό χαμόγελο μπροστά σε κείνον που περιφρονείς,

το όρθιο μαχαίρι, που σφάζεις μέσα σου κι αυτόν και το

χαμόγελό σου,

η μοναξιά, η μεταμέλεια, η οδυνηρή σου ανάγκη για μεγάλες

πράξεις

που δεν έγιναν ποτέ, τα φαγωμένα σου τακούνια,

το ακαθόριστο αίσθημα μιας τρομερής σου αξίας, μιας δύναμης

αφανέρωτης

που την κρύβεις μ’ επιμέλεια για την μεγάλη ώρα, και μαζί η πικρή

υποψία

πως δεν κρύβεις τίποτα, και πως εκείνη η μεγάλη ώρα δε θαρθεί

ποτέ,

ή ακόμα πιο φριχτό, πως πέρασε χωρίς να την αναγνωρίσεις […]

η σκέψη, πως, εκεί, να, πίσω από την γωνιά του δρόμου σε

προσμένουν

όλα τα ενδεχόμενα, ενώ δε συναντάς παρά το ίδιο γαλακτοπωλείο-

την έμαθες τη ζωή σου, χρόνια τώρα […]

Και κάθε βράδι κοιμάσαι μ’ έναν θησαυρό: αυτήν την

πολυσήμαντη αυριανή σου μέρα.

Κοιμάται στον καναπέ, χαμογελαστή πάντα, με θησαυρό την πολυσήμαντη αυριανή της μέρα. Το ίδιο κι εγώ. Μάλλον κι άλλοι πολλοί. Που ενώ κάθε πρωί δεν συναντάμε «παρά το ίδιο γαλακτοπωλείο» πίσω από τη γωνιά του δρόμου, επιμένουμε να ελπίζουμε – συχνά μη έχοντας πού να στηρίξουμε αυτή την ελπίδα – πως θα μας προσμένουν όλα τα ενδεχόμενα. Μια σύσταση από την κούκλα μου, που καθώς γράφω το παρόν, φαίνεται να εκφράζει άποψη για πρώτη φορά: αύριο, λέει, να πάρουμε άλλο δρόμο, να ψάξουμε πίσω από άλλη γωνιά τα ενδεχόμενα. Θα μιλάει εκ πείρας. Ξέρει πώς είναι να σου συμβαίνει μόνο εκείνο που αποφασίζουν άλλοι. Να συντίθεσαι και να επιλέγεσαι σχεδόν αυθαίρετα αντί να επιλέγεις εσύ. Όταν θα ξαναρχίσουν τα τραγούδια κι οι γιορτές, να θυμηθούμε ότι ο καναπές ήταν ακόμα μια μάσκα βολική για τους καιρούς. Να μην τρομάξουμε όταν θα πέσει κι αυτή. Να πάρουμε άλλο δρόμο.  

Χρυστάλλα Βάσου

Κοινωνιολόγος