Τα Αριστερά Ριζοσπαστικά Κόμματα, τα κόμματα δηλαδή που κινούνται πέραν και αριστερότερα του χώρου της σοσιαλδημοκρατίας, έχουν αποκτήσει ένα σημαντικά αυξημένο ρόλο στα ευρωπαϊκά πολιτικά συστήματα τα τελευταία χρόνια, περισσότερο από κάθε άλλη φορά στην μετασοβιετική εποχή. Αυτό καταδεικνύει, ανάμεσα σε άλλα, και η πρόσφατη συμμετοχή μερικών εξ’ αυτών σε κυβερνητικούς συνασπισμούς. Όπως σημειώνουν πολλοί αναλυτές, η διακυβέρνηση είναι κατ’ εξοχήν πολύ πιο δύσκολη για τα κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς που έχουν ως διακηρυγμένο, βασικό στόχο την αλλαγή του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος και τα οποία, ιστορικά, τόσο σε επίπεδο πολιτικού λόγου όσο και πολιτικής πρακτικής στόχευαν στον διαχωρισμό τους από όλα τα άλλα κόμματα στη βάση αυτού του κριτηρίου.
Παρά τις αρκετές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια και που συνέβαλαν σημαντικά στην κατανόηση της εν λόγω κομματικής οικογένειας οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων (οι πολλαπλές μορφές κρίσεων που δημιουργήθηκαν σε συνδυασμό με την υποχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας) έχουν αναβαθμίσει σημαντικά τον ρόλο των αριστερών κόμματων. Εκτός από την αυξημένη εκλογική επιρροή, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις έχουν πλέον ενεργό, ή ακόμα και πρωταρχικό ρόλο στην διακυβέρνηση των χωρών τους. Τα παραδείγματα σε Κύπρο, Ελλάδα και Πορτογαλία είναι πολύ νωπά ή και σε εξέλιξη. Αυτές οι εξελίξεις, και ειδικότερα η κυβερνητική τους συμμετοχή, δημιουργούν την ανάγκη για την περαιτέρω μελέτη των κομμάτων αυτών και σε διαστάσεις που δεν έχουν ακόμα τεθεί κάτω από το μικροσκόπιο της έρευνας ή που δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς.
Μια τέτοια θεματική είναι η συμμετοχή σε κυβερνητικά σχήματα και ειδικότερα η επίπτωση στις οργανωτικές δομές των κομμάτων της αριστεράς. Η συμμετοχή σε κυβερνήσεις είναι ένα σημείο καμπής για τα κόμματα αυτά και κυρίως για όσα αντλούν την ιδεολογική τους φυσιογνωμία και την οργανωτική τους δομή από την κομμουνιστική παράδοση. Σήμα κατατεθέν των κομμάτων αυτών η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Αποτελεί λοιπόν, πρόκληση η εξέταση της κομματικής οργάνωσης των Αριστερών Ριζοσπαστικών Κομμάτων υπό συνθήκες συμμετοχής και άσκησης διακυβέρνησης έτσι ώστε να εξακριβωθούν οι όποιες οργανωτικές αλλαγές και προσαρμογές προέκυψαν, καθώς και οι επιπτώσεις στην εσωκομματική λειτουργία και δημοκρατία. Ο βαθμός συνοχής και δημοκρατίας εντός των κομμάτων τίθεται αντιμέτωπος με πληθώρα προκλήσεων και διαδικασιών που δεν συνδέονται όλες με την κυβερνητική φιλοδοξία ή και συμμετοχή, αλλά που επιτείνονται από αυτή τη συνθήκη. Ως τέτοιες, μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά: Η επαγγελματικοποίηση της πολιτικής και η διαδικασία της καρτελοποίησης, η αποδυνάμωση των δεσμών τους με μερίδες του εκλογικού σώματος, η μείωση της κομματικής ταύτισης, η μείωση του αριθμού των μελών, οι επιδράσεις του νέου μιντιακού περιβάλλοντος, κοκ.
Η οικογένεια της ριζοσπαστικής αριστεράς περιλαμβάνει μια πληθώρα κομμάτων που παρά τις συνάφειες και ομοιότητες τους, έχουν και αρκετές διαφορές, κάτι που δυσκολεύει εκ των πραγμάτων την κατηγοριοποίηση τους σε ομοιογενείς ομάδες. Εντούτοις, η ανάγκη για συγκριτική έρευνα υπαγορεύει τη δημιουργία αναλυτικών κατηγοριών. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η ερευνητική ομάδα του Left Project θέτει στο επίκεντρο της έρευνας της, την μελέτη συγκεκριμένων κομμάτων της ριζοσπαστικής αριστεράς (αρχικά το ΑΚΕΛ και τον ΣΥΡΙΖΑ) τα οποία συμμετείχαν τα τελευταία χρόνια σε κυβερνητικούς συνασπισμούς. Το Left Project είναι, λοιπόν, ένα ερευνητικό πρόγραμμα το οποίο χρηματοδοτείται από το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας σε συνεργασία με το Centre for Sustainable Peace and Democratic Development (SeeD) (Κέντρο Βιώσιμης Ειρήνης και Δημοκρατικής Ανάπτυξης) και θα διαρκέσει 18 μήνες. Το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης έρευνας εστιάζεται στις επιπτώσεις της κυβερνητικής συμμετοχής πάνω στην οργανωτική δομή των συγκεκριμένων κομμάτων καθώς και στην ποιότητα της εσωκομματικής δημοκρατίας. Η επιλογή των δύο κομμάτων έγινε με πρωταρχικό κριτήριο τη συμμετοχή τους σε κυβερνητικούς συνασπισμούς και μάλιστα ως οι ισχυροί δρώντες του κυβερνητικού σχηματισμού.
Μέσα από την συγκεκριμένη έρευνα αναμένουμε να δούμε αν οι επιδράσεις στις προαναφερόμενες μεταβλητές συνάδουν με ευρύτερες προσεγγίσεις μελέτης των πολιτικών κομμάτων που έχουν προταθεί. Αν δηλαδή, σε τελική ανάλυση, η οικογένεια της ριζοσπαστικής αριστεράς μπορεί πλέον να αναλύεται με τα ίδια εργαλεία ανάλυσης που εφαρμόζονται και στις υπόλοιπες οικογένειες κομμάτων (π.χ., η θεωρία της καρτελοποίησης) και αν τα ίδια «συμπτώματα» που εμφανίστηκαν σε κόμματα άλλων πολιτικών οικογενειών ως αποτέλεσμα του κυβερνητισμού βρίσκουν εφαρμογή και στα κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς.
*Ο Γιάννος Κατσουρίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και συντονιστής του ερευνητικού προγράμματος The Left Project.
* Η Χρυστάλλα Αγαθοκλέους είναι ερευνήτρια στο πρόγραμμα.