Εδώ και λίγο καιρό κυκλοφορούν ειδήσεις για γυναίκες, και άνδρες, οι οποίοι δέκτηκαν σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας ή και αλλού, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, και δημοσιεύονται με πηχαίους και τρανταχτούς τίτλους στα Μέσα Ενημέρωσης γενικά, με την κοινή γνώμη να προσπαθεί να αντιληφθεί πώς μπορεί να γίνονται αυτά τα πράγματα. Και όμως, γνωρίζουμε και εκ πείρας, ότι ακόμα και στο σπίτι μας, που θεωρητικά είναι ένας ασφαλής χώρος, το φαινόμενο αυτό υπάρχει και εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Και μην φανταστείτε δύσκολες οικογενειακές περιστάσεις. Μόνο και μόνο οι τηλεοπτικές εκπομπές οποιουδήποτε είδους, ακόμα και διαφημίσεις, προωθούν το σεξισμό αλλά και τη σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση στο έπακρο. Θα πείτε ότι εκεί επιλέγεις να παρακολουθήσεις ή όχι. Και όμως το θέμα δεν είναι τόσο απλό.
Σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας περιλαμβάνει όχι μόνο αγγίγματα και τα χειρότερα τους, αλλά ακόμα και μια εικόνα ή ένα αστείο, ή μια λέξη ή και υπονοούμενα που θα πει κάποιος. Παρακολουθώντας λοιπόν στο σπίτι μια εκπομπή, την οποία κρίνει κάποιος ότι αξίζει να παρακολουθήσει, και ενώ την παρακολουθεί, ξαφνικά διακόπτεται για διαφημιστικό διάλειμμα, είτε για προιόντα, είτε για άλλες τηλεοτπικές εκπομπές,οι οποίες δεν είναι άμοιρες της σεξουαλικής παρενόχλησης.
Εάν συμβαίνει αυτό μέσα το ίδιο μας το σπίτι, πόσο μάλλον στο χώρο εργασίας, που εκεί έχουμε να κάνουμε με άλλα πρόσωπα. Ενώ παλαιότερα η σεξουαλική παρενόχληση (εγώ θα την ονόμαζα σεξουαλική κακοποίηση) ήταν χαρακτηριστικό σε «ανδρικά» κυρίως επαγγέλματα, δεν υπάρχουν πλέον επαγγέλματα στα οποία θεωρητικά τουλάχιστον δεν υπάρχουν τέτοιες πρακτικές, όχι τόσο γιατί δεν παίζει το φύλο μεγάλο ρόλο σε αυτό, αλλά λόγω της προσωπικής και κοινωνικής αδυναμίας αυτών που την ασκούν. Θέλοντας να καλύψουν τα δικά τους κενά και τις δικές τους εντάσεις, τις δικές τους αδυναμίες και ανημποριές, προσπαθούν να αποδείξουν και να επιδειξουν αυτά που δεν είναι: δυνατοί σε ψυχολογικό και σε κοινωνικό επίπεδο.
Πέραν από τις αδυναμίες του θύτη όμως, που εμπίπτουν στο ψυχοκοινωνικό μέρος του προβλήματος, υπάρχουν συστημικές προβληματικές και στην ίδια την κοινωνία, εφόσον όχι μόνο επιτρέπει και ανέχεται τέτοιες συμπεριφορές, αλλά η ίδια η κοινωνία της υποθάλπει. Στη συγκεκριμένη θεματολογία, καλή και άγια η νομοθεσία που υπάρχει στην Κύπρο, που όμως δεν εφαρμόζεται στο βαθμό που χρειάζεται, ούτε από πλευράς διωκτικής, ούτε και καταδικαστικής.
Η Κυπριακή κοινωνία με τους ημέτερους και τους υμέτερους, που παραδοσιακά προωθεί το προσωπικό (και οικογενειακό) συμφέρον, δημιουργεί μια κουλτούρα ανταγωνισμού, για το ποιος θα επικρατήσει και ποιος θα πάρει περισσότερα. Αυτή η κουλτούρα επικρατεί βεβαίως, σε όλους τους τομείς, πόσο μάλλον στους εργασιακούς χώρους, και στην προσπάθεια επικράτησης, χρησιμοποιεί όλα τα απαιτούμενα και διαθέσιμα μέσα.
Χαρακτηριστικό στην κυπριακή κοινωνία αποτελεί και η έμμεση ψυχολογική πίεση που ασκείται στα ίδια τα θύματα τα οποία δυσκολεύονται να αναφέρουν κακοποίηση τους, εφόσον η κοινωνία δεν θέλει να βγαίνουν προς τα έξω προβλήματα που πρέπει μετά να χειριστεί, και σε μια στάση ωχαδελφισμού προωθεί τη μη αναφορά περιστατικών. Συνεπώς, η κοινωνία δεν δημιουργεί τις κατάλληλες δομές ούτε την κατάλληλη κουλτούρα προστασίας των μελών της, οπόταν κατ΄επέκταση, το θύμα είτε δεν νιώθει ότι μπορεί να καταγγείλει, είτε νιώθει ότι και να καταγγείλει δεν θα υπάρξει δικαίωση. Πολλές φορές μόνο και μόνο η διαδικασία της καταγγελίας, και της απόδειξης του αυτονόητου, δυσκολεύει το θύμα από του να πάρει την απόφαση να το κάνει.
Η δυσκολία αυτή γίνεται πιο έντονη όταν αφορά στη σεξουαλική κακοποίηση, όπουδήποτε και να γίνεται αυτή. Αναφορά και μόνο σε θέματα που είναι ακόμα ταμπού στην Κυπριακή κοινωνία, όπως αυτό της σεξουαλικότητας είναι μια πρόκληση για το θύμα που ζητά την επιβεβαίωση από τους επαγγελματιίες οποιουδήποτε χώρου, αλλά και την τελική δικαίωση.
Τονίζω ότι οι δυσκολίες του θύματος είναι κυρίως κοινωνικές, εφόσον με την αναφορά τέτοιου περιστατικού, νιώθει ότι θα υπάρξει ο στιγματισμός και η τιμωρία για το ίδιο το θύμα. Αντί να τιμωρηθεί ο θύτης, τιμωρείται το θύμα, επειδή η κοινωνία δεν μπορεί να χειριστεί τα θέματα αυτά.
Σε τελευταία ανάλυση, το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό που φαίνεται να απουσιάζει από την κυπριακή κοινωνία, είναι ο σεβασμός προς το κάθε πρόσωπο που την αποτελεί. Μεγάλος στόχος θα πεί κανείς, όμως αν δεν καλλιεργηθεί ο σεβασμός στο κάθε πρόσωπο με τις ιδιαιτερότητες του, δεν θα μειωθούν τέτοια (και χειρότερα) περισταστικά. Από που να αρχίσει όμως η κοινωνία για να καλλιεργήσει το σεβασμό; Και τι ακριβώς να κάνει για να το πετύχει; Δύσκολο το εγχείρημα γενικά. Συνήθως αναφερόμαστε στην εκπαίδευση στα σχολεία, που όμως δεν είναι αρκετό από μόνο του.
Η πολιτεία μαζί με την πολιτεία των πολιτών και όλα τα οργανωμένα σύνολα της κοινωνίας θα πρέπει να δημιουργήσουν δομές φιλικές προς τον άνθρωπο. Αυτές οι δομές χρειάζονται να γίνουν σε πολλαπλά επίπεδα και πλαίσια και να γίνονται συντονισμένα, ώστε να είναι δυνατή η «μετάλλαξη» σε μια φιλική κοινωνία. Χρειάζεται δηλαδή μια συστημική προσέγγιση στη δημιουργία ανθρώπινης κοινωνίας.