Ο πιστωτής που εξασφαλίζει δικαστική απόφαση εναντίον οφειλέτη μπορεί να την εγγράψει στο Κτηματολόγιο ως επιβάρυνση επί ακινήτων που είναι εγγεγραμμένα και υπάρχουν τίτλοι στο όνομα του οφειλέτη. Με την εγγραφή της απόφασης δημιουργείται εμπράγματο βάρος γνωστό ως μέμο και καθιστά τα ακίνητα εγγύηση για την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Συγχρόνως, καθιστά τον πιστωτή εξασφαλισμένο κατά προτεραιότητα έναντι άλλων χρεών με τα οποία δεν επιβαρύνθηκε ειδικά η ιδιοκτησία του οφειλέτη και η οποία υπόκειται σε πώληση προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Η ύπαρξη προγενέστερης επιβάρυνσης ή υποθήκης δεν επηρεάζεται από την εγγραφή της απόφασης, αφού η χρονολογική σειρά προτεραιότητας καθορίζει και τα δικαιώματα του κάθε πιστωτή. Στην περίπτωση που πληρωθεί το χρέος και η απόφαση ικανοποιηθεί, ο πιστωτής υποχρεούται να αποσύρει το μέμο δίδοντας γραπτή γνωστοποίηση στο Κτηματολόγιο, διαφορετικά θα είναι υπόλογος προς τον οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο πιστωτή για ζημιά που τυχόν υποστούν συνεπεία της διατήρησης της εγγραφής. Ο πιστωτής που ενέγραψε την απόφαση δυνατό να παραγκωνιστεί αν δεν προβεί σε εκτέλεση της, γι’ αυτό και τυχόν αδιαφορία του μπορεί να προκαλέσει την απώλεια της εξασφάλισης.
Η ακίνητη ιδιοκτησία του οφειλέτη, που βαρύνεται με μέμο, μπορεί να πωληθεί είτε κατόπιν αίτησης του πιστωτή στο δικαστήριο και εξασφάλισης εντάλματος πώλησης είτε με αίτηση στο Κτηματολόγιο ένα χρόνο μετά την εγγραφή του μέμο. Η εγγραφή παραμένει σε ισχύ για δέκα χρόνια και μπορεί να παραταθεί με διάταγμα του δικαστηρίου, νοουμένου ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 56(2) του Κεφ.6. Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα παράτασης της εγγραφής του μέμο εκτός εάν (α) η αίτηση υποβληθεί ένα τουλάχιστο μήνα πριν από τη λήξη της χρονικής περιόδου ισχύος του, και (β) το δικαστήριο είναι σε θέση, αφού ακούσει και εξετάσει την αίτηση, να εκδώσει το διάταγμα πριν από τη λήξη της υφιστάμενης χρονικής περιόδου ισχύος του μέμο, και (γ) ειδοποιήθηκε ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός για την αίτηση και το χρόνο που ορίστηκε για ακρόαση, και (δ) το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η δικαστική απόφαση δεν προήλθε από συμπαιγνία ή εξασφαλίστηκε με σκοπό να παραγκωνίσει άλλους πιστωτές και επίσης ότι η ανανέωση του μέμο δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τον οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή.
Το κείμενο του νόμου είναι ξεκάθαρο ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει την εγγραφή μέμο προϋποθέτει αυτό να είναι σε ισχύ κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος, αλλιώς δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η δικαστής κα Χρ. Μίτλεττον στην απόφαση της ημερ.11.2.2021. Πρόσθεσε ότι η πρόνοια της Δ.57 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να χειριστεί το χρόνο όσον αφορά τις προθεσμίες που ορίζονται από τους Θεσμούς, όχι από τους νόμους. Στην εμβέλεια των Θεσμών νοείται, ως αναφέρει, πως περιορίζεται και η Δ.64 και το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύει τη μη τήρηση προϋποθέσεων που θέτουν οι νόμοι με τη διαταγή αυτή. Η αίτηση του πιστωτή καταχωρήθηκε την 24.7.2020 και το μέμο έληγε την 24.9.2020. Η αίτηση δεν υποβλήθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας όπου είχε εκδοθεί η απόφαση, αλλά καταχωρήθηκε ως νέα πρωτογενής αίτηση, γι’ αυτό και ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 7.12.2020. Ο πιστωτής δεν μερίμνησε να ζητήσει τον ορισμό της αίτησης πριν την εκπνοή του μέμο. Συνεπώς, δεν ικανοποιείτο η προϋπόθεση (β) του άρθρου 56(2) του νόμου.
Το δικαστήριο στις διαπιστώσεις του αναφέρει ότι συνιστά προϋπόθεση νομιμότητας του διατάγματος ανανέωσης του μέμο αυτό να εκδοθεί πριν από τη λήξη του, και αυτή τη νόμιμη προϋπόθεση δεν μπορεί να υπερβεί ή να καταργήσει οποιοσδήποτε διαδικαστικός κανονισμός. Όπως νόμιμη προϋπόθεση συνιστά και η προθεσμία υποβολής της αίτησης για ανανέωση μέμο, το αργότερο ένα μήνα πριν από τη λήξη του, την οποία επίσης δεν έχει την εξουσία το δικαστήριο να παρατείνει με χρήση της Δ.57. Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση καταχωρίστηκε στο χρόνο που πρέπει, αλλά δεν πληρούνταν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 56(2) του Κεφ.6, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα ανανέωσης του μέμο. Κατέληξε ότι η παύση της ισχύος του μέμο την 24.9.2020 έχει την έννοια πως η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε έπαυσε να φαίνεται εγγεγραμμένη επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του οφειλέτη ως εμπράγματο βάρος και να επενεργεί ως τέτοιο.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα