Ένα σημαντικό τριήμερο μνήμης Οδυσσέα Ελύτη αρχίζει σήμερα Παρασκευή και θα διαρκέσει μέχρι μεθαύριο Κυριακή, 31 Μαΐου, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στη Λευκωσία, με την πραγματοποίηση του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου που είναι αφιερωμένο στον Νομπελίστα ποιητή του Ελληνισμού. Όπως ανακοίνωσαν οι διοργανωτές που είναι το Τμήμα Σύγχρονου Πολιτισμού του υφυπουργείου Πολιτισμού, το Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και ο Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής, το συνέδριο πραγματοποιείται στο πλαίσιο του πολιτιστικού προγράμματος της κυπριακής προεδρίας με αφορμή τα 30 χρόνια από τον θάνατο του Ελύτη (1911-1996), τελεί υπό την αιγίδα της πρεσβείας της Ελλάδας στην Κύπρο και επιχειρεί μια πολυδιάστατη επαναπροσέγγιση του έργου και της σκέψης του Ελύτη.
Και, βέβαια, το ποιητικό έργο και η σκέψη του Ελύτη είναι το ανεκτίμητο πνευματικό κληροδότημα ενός γενναιόδωρου ανθρώπου με πλούσιο συναισθηματικό κόσμο που ζούσε και τιμούσε την αγάπη και τη φιλία στην καθημερινότητα του. «Δυνατή, βαθιά και ακέραια» χαρακτηρίστηκε η φιλία του με τον ποιητή, πεζογράφο και ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκο,που κράτησε μέχρι τον θάνατο του Εμπειρίκου τον Αύγουστο 1975. Γνωρίστηκαν το 1935 κι αυτή η γνωριμία ήταν σταθμός και για τους δύο – ιδιαίτερα για τον Ελύτη που ήταν δέκα χρόνια νεότερος από τον Εμπειρίκο. «Ήταν γραφτό», έγραψε ο Ελύτης, «ήταν φυσικό μάλλον, να γίνουμε φίλοι. Φίλοι, με μια φιλία που μολονότι διένυσε, όπως θα έλεγε ο Κάλβος, “το τέταρτον του αιώνος”, δεν κινδύνεψε ποτέ από τίποτε, ούτε για μια στιγμή. Την πρώτη γέφυρα την είχε ρίξει ο Υπερρεαλισμός. Είναι όμως αμφίβολο αν θα άντεχε μόνη της αυτή, στα βαριά οχήματα που έμελλε να την περάσουν αργότερα κι από τις δύο μεριές, αν μια θαυμαστή ταυτότητα στις ιδιοσυγκρασίες μας, δε βοηθούσε να συντονίζονται οι δονήσεις και ν’ αντέχουν τα σιδηρά ελάσματα στους κλυδωνισμούς».
Έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης για τον θάνατο από καρκίνο του Ανδρέα Εμπειρίκου: «Ήτανε δειλινό, καλοκαίρι κι από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα έφταναν οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν έξω στις πρασιές, γύρω από ένα μεγάλο σιντριβάνι. Να συνεχίζεται η ζωή έτσι, χωρίς να γνοιάζεται κανείς αν την ίδια εκείνη στιγμή μπορούσε να χάνεται μια ύπαρξη πολύτιμη, μου φαινότανε ανυπόφορο. Δεν είχα παρά να συμμαχήσω με την ήττα. Έφυγα για την Αίγινα και δεν ξαναγύρισα, παρά για να προστεθώ στη μικρή πομπή που ακολούθησε το φέρετρό του, εκεί στην Κηφισιά, σ’ ένα μικρό κοιμητήριο γαλήνιο, ήμερο σαν τη ψυχή του. Τώρα οι επαναστάσεις όλες είχαν κάνει το δρόμο τους κι ένα λουλούδι ξανατολμούσε ν’ αρθρώσει το όνομά του»…