Η διάσταση πλειονότητες – μειονότητες απαντάται στη δημογραφία όλων των χωρών του κόσμου. Στις ΗΠΑ μόνο το 63.7% του πληθυσμού είναι “Λευκοί, όχι Ισπανικής-Λατινικής καταγωγής = Ευρωπαίοι Λευκοί”. Ενώ στη συνολική επικράτεια της χώρας αυτή η κοινωνική ομάδα αποτελεί την πλειονότητα, σε μεμονωμένες Πολιτείες το σκηνικό είναι εντελώς διαφορετικό. Στην πολιτεία Κολούμπια, για παράδειγμα, ο πληθυσμός των Αμερικανών Αφρικανικής καταγωγής στις αρχές του 20ού αιώνα έφτασε το 75% και το 2005 υποχώρησε στο 50.7%, με τους “Ευρωπαίους Λευκούς” να εκπροσωπούν μόνο το 34.8%. Μια σύντομη επίσκεψη στα δημογραφικά άλλων κοινωνιών με πολυπολιτισμικά χαρακτηριστικά εμφανίζει παρόμοια φαινόμενα πλειονοτήτων-μειονοτήτων, είτε στο επίπεδο του συνολικού πληθυσμού είτε σε επιμέρους διοικητικά διαμερίσματα. Στα δυτικά προάστια του Σύδνεϋ οι Αυστραλοί Ευρωπαϊκής καταγωγής είναι μειονότητα. Στο Λονδίνο μόνο το 43.7% είναι “Λευκοί Βρετανοί”. Στις επαρχίες Kardzhali και Razgrad της Βουλγαρίας, οι Τούρκοι είναι περισσότεροι από τους Βούλγαρους. Και εδώ, όπως και στις ΗΠΑ, τα προβλήματα που προκύπτουν από τη διάσταση πλειονότητες – μειονότητες δεν φαίνεται να επηρεάζουν την εύρυθμη λειτουργία του κράτους. Ένας από τους σημαντικότερους λόγους γι’ αυτό είναι η συνταγματική κατοχύρωση και εφαρμογή όλων των δημοκρατικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προνοεί το διεθνές δίκαιο και οι συναφείς με τούτο συμβάσεις. Ανάμεσα σε αυτά τα δικαιώματα, κορυφαία θέση κατέχει η πολιτική ισότητα που πρέπει να απολαμβάνει ο κάθε νόμιμος υπήκοος αυτών των κρατών. 

Με τον όρο πολιτική ισότητα εννοούμε το ρητό και αναφαίρετο δικαίωμα καθενός πολίτη να συμμετέχει αποτελεσματικά στις δημοκρατικές διαδικασίες ενάσκησης της διακυβέρνησης της χώρας του. Τονίσαμε τις λέξεις “καθενός πολίτη” γιατί ο όρος ‘πολιτική ισότητα’, όπως όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα, έχει αξιολογικά και συμβατικά την έννοια και τη βαρύτητα ατομικού και όχι συλλογικού δικαιώματος. Ακόμα και σε περιπτώσεις που η διασφάλιση της αποτελεσματικής συμμετοχής μειονοτήτων στη διακυβέρνηση ενός κράτους δυνατό να επιτυγχάνεται με την παραχώρηση εγγυημένων ποσοστών στα σώματα εξουσίας, αυτή η κατά παρέκκλιση παραχώρηση γίνεται χωρίς τη συνοδεία επιπλέον προνομίων. Οι εισηγήσεις LUND του Οργανισμού Ασφάλειας και Συνεργασίας της Ευρώπης (ΟΑΣΕ) κάνουν ειδική μνεία σε αυτή την πρακτική, η οποία στοχεύει στην παροχή αυξημένων ευκαιριών σε μειονότητες με γνώμονα την πρόληψη αναταραχών και την αποτροπή αποσχιστικών ενεργειών, που θα έθεταν σε κίνδυνο την εσωτερική ειρήνη και την εδαφική ακεραιότητα πολλών κρατών. Ωστόσο, πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει κράτος το οποίο να έχει παραχωρήσει στις μειονότητές του αυτή την προνομιακή μεταχείριση και ταυτόχρονα τέτοια δικαιώματα έμμεσης ή άμεσης αρνησικυρίας στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων ή τέτοια ποσόστωση σε αξιώματα που θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν την εύρυθμη λειτουργία του ή θα καθιστούσαν την πλειονότητα του πληθυσμού υποχείριο των μειονοτήτων. Αυτή η καινοτόμος στρέβλωση παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην ΔΔΟ που προορίζεται να αντικαταστήσει την Κυπριακή Δημοκρατία.    

Η παρερμηνεία της “πολιτικής ισότητας” ως ομαδικό – “εθνοτικό/κοινοτικό” δικαίωμα παρείσφρησε στο αφήγημα του κυπριακού προβλήματος υποβολιμαία και κατά παράβαση δημοκρατικών αρχών και διεθνών κανόνων δικαίου που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ πλειονοτήτων-μειονοτήτων και τις σχέσεις οποιουδήποτε ομόσπονδου κράτους με τις πολιτείες και τις μειονότητές του. Οι πρώτες αναφορές στην ιδέα της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων χρονολογούνται από την εποχή της θητείας του Π. Ντε Γκουεγιάρ ως Γ.Γ. του ΟΗΕ αλλά παίρνουν σάρκα και οστά στις ιδέες Γκάλι (που απορρίφθηκαν) επί προεδρίας Γ. Βασιλείου. Η κατοπινή αποδοχή της παρερμηνείας του όρου από τις διάφορες κυβερνήσεις της ΚΔ που ακολούθησαν και η σταδιακή ενσωμάτωσή της στο Κυπριακό ως δήθεν νόμιμη και φυσιολογική αξίωση της Τ/Κ μειονότητας στηρίχθηκε στις ανισοβαρείς πρόνοιες του Συντάγματος του 1960 και την προβολή της ΚΔ ως “συνεταιρικό” κράτος με μετόχους την Ε/Κ πλειονότητα του 80% από τη μια και την Τ/Κ μειονότητα του 18% από την άλλη, που χαρακτηρίστηκαν εκ του πονηρού ως “κοινότητες” – γεγονός που αποτέλεσε τον προάγγελο της κατοπινής απαίτησης για μετατροπή του ενιαίου κράτους σε ομοσπονδία με “πολιτική ισότητα”. Μετά την εισβολή και την εμπέδωση της κατοχής, η πολιτική ισότητα με το ευγενές της άκουσμα εντάχθηκε ως θεμελιώδες συστατικό στην αναζήτηση λύσης του Κυπριακού ανάμεσα σε άλλες αδιανόητες παραχωρήσεις από την Ε/Κ πλευρά προς την Τ/Κ. Δυστυχώς, η προσπάθεια του μ. Τάσσου Παπαδόπουλου να προσθέσει στην ΔΔΟ την προϋπόθεση του “σωστού περιεχομένου”, που εκτιμούμε ότι – ανάμεσα σε άλλα – στόχευε στην ακύρωση ή την ελαχιστοποίηση των καταστροφικών συνεπειών της “πολιτικής ισότητας”, εγκαταλείφθηκε από τις προεδρίες που ακολούθησαν.