Φέρνω στο μυαλό μου, Γρηγόρη, την αυτοθυσία σου στις 3 εκείνου του μακρινού Μάρτη και προσπαθώ να συνδεθώ ξανά με την εικόνα σου…Δύσκολο πολύ, ομολογώ…Μοιάζει άκυρη και παράταιρη κάθε σκέψη για σένα, μέσα στο άγχος και την καθημερινή ανασφάλεια, καθώς η ομίχλη της πανδημίας εξαφανίζει τη γεύση και την όσφρηση της Ιστορίας – της δικής σου ιστορίας, της δικής σου ζωής, του δικού σου θανάτου από προσωπική επιλογή στο όνομα ενός ιδανικού μεγαλύτερου από σένα.
Για την ελευθερία δεν πέθανες – τη δική μου κι όλων εμάς – με το ολοκαύτωμα σου που μετέτρεψε σε ένα τεράστιο φωτεινό σύμπαν εκείνη τη μικρή σκοτεινή τρύπα κάτω από τη γη όπου άφησες την τελευταία σου πνοή; Το ζήτημα είναι ότι έχουμε αλλοιώσει την έννοια της ελευθερίας, τη φέραμε στα μέτρα μας, την κάναμε μια υπόθεση αγοραίας συναλλαγής.
Αρχίζω και τελειώνω αυτό το σημείωμα ελπίζοντας ότι σύντομα μια μέρα θα προβάλεις πίσω από τον τοίχο του φόβου αμόλυντος κι ανέγγιχτος απ’ τα διλήμματα και τις αμφιβολίες μας.
Και ονειρεύομαι ότι θα νιώσουμε επιτέλους αυτό που πραγματικά υπήρξες για όλους μας – αυτό που σε ξεχώρισε σε ένα κόσμο όπου σήμερα ξεχωρίζουν κυρίως τα λαμόγια του εύκολου πλουτισμού, οι βιαστές ψυχών και οι αρρωστημένοι νάρκισσοι.
Θέλω να σου πω ότι ονειρεύομαι το πρόσωπο σου σε ένα κόσμο όπου αφανίστηκαν τα πρόσωπα πίσω από τις μάσκες.
Και σκέφτομαι ότι έχουμε ανάγκη να σε βρούμε εκεί όπου χαθήκαμε εμείς.