Με ρωτούν από που είσαι και κάνω εκατό παύσεις πριν απαντήσω διότι ξέρω τι θα ακολουθήσει. Ξέρω το τσουνάμι ερωτήσεων που θα μου κάνει ο Αμερικάνος, που όχι μόνο δεν ξέρει την ιστορία του νησιού, αλλά ούτε που βρίσκεται γεωγραφικά. Νιώθω κόμπο στο λαιμό πριν απαντήσω διότι ξέρω πως αν αυτός που ρωτάει, κατά τύχη ξέρει, θα αρχίσει τότε συζήτηση και δεν θέλω. Δεν θέλω. Δεν με νοιάζει να εξηγήσω. Δεν θα ‘θελα να ‘ναι αυτή η θέση μου. Δε με νοιάζει να διευκρινίσω πως μιλάω Ελληνικά και πως αγαπώ αυτή τη γλώσσα. Την αγαπώ. Δεν με νοιάζει να ξεκαθαρίσω το προφανές, πως δεν έχω πρόβλημα με τους συναδέλφους Τούρκους. Δεν θέλω κανένας και ποτέ να πιστέψει πως τους μισώ. Γιατί δεν τους μισώ. Δεν θέλω ούτε για αστείο να με στραβοκοιτάξουν, ούτε εγώ αυτούς σαν να είμαστε όλοι παράγωγα των κυβερνήσεων της χώρας μας. Δεν είμαστε παράγωγα. Δεν είμαστε. Δεν ήθελα να πάω για καφέ με τη Μελίκε για να μου πει πως στα σχολεία τους, μαθαίνουν πως εμείς φταίμε και πως η Κύπρος τους ανήκει. Φταίμε. Κι εμείς και η χώρα της γλώσσας που αγαπώ. Φταίμε ομαδικά. Μα δεν ήταν της παρούσης. Δεν ήθελα να δυσανασχετήσω ούτε να αποδείξω πως δε φταίω. Δεν ήθελα να της πω πως οι δικοί μου και το μισό νησί είναι πρόσφυγες εξαιτίας “σας” διότι στο “σας”, ξέρω και βλέπω πως εκείνη η φίλη μου, δεν θα ‘θελε ν’ ανήκει. Δεν ήθελα να της πω πως κάθε Ιούλιο τραντάζεται ολόκληρη η χώρα από τις σειρήνες θύμησης ούτε για τις νύχτες που κοιμόντουσαν κάτω από τα δέντρα στα χωράφια. Δεν ήθελα ποτέ να πω για την κιθάρα που έμεινε στο πάνω ντουλάπι γιατί δεν πρόλαβαν, γιατί έπρεπε να τρέξουν μ’ ό,τι χωρούσε η παλάμη τους. Δεν με αφορούσε ποτέ αυτό το συναισθηματικό δίλημμα την ώρα του καφέ με τη φίλη μου μια ηλιόλουστη μέρα στο Λος Άντζελες.
Όταν όμως ακούω παππούδες και γιαγιάδες να ξανα-θλίβονται έντονα που είδαν έναν Τούρκο αντιπρόεδρο να ειρωνεύεται και να λέει να “ξεχάσουμε το Βαρώσι και περαστικά μας”, τότε δεν μου πάει καμία στρατηγική επιπέδου, δεν μου πάει καμιά οικειότητα με αυτούς που μαθαίνουν πως τους ανήκουμε… Όταν οι μνήμες πόνου και ξεριζωμού γιουχαΐζονται τόσο ανενόχλητα, δεν μου πάει καμιά επίδειξη πολυεθνικότητας και κοινωνικοποίησης. Την ώρα που οι λέξεις ενός Τούρκου αντιπροέδρου γίνονται καρφιά στις καρδιές ανθρώπων μας ξανά, δεν έχω χρόνο να σκεφτώ ποιος ανήκει στο σεις και ποιος στο σας.
Ο κατακτητής πάντα θα είναι αδίστακτος και θρασύς και αμετανόητος και αχόρταγος και καταδικασμένος να ζει πάντα τόσο ανήθικα θεωρώντας τα όλα αυτά, προτερήματα. Δεν μου πάει η καρδιά λοιπόν να εξασκήσω την αίσθηση του χιούμορ μου, την ανοχή μου ούτε να διεκδικήσω τον τίτλο της ανοιχτόμυαλης μπροστά σε μια τέτοια αδιανόητη ειρωνεία.
Ήθελα να μη χρειάζεται να νιώσουμε και οι δυο άσχημα και να αγκαλιαστούμε λέγοντας η μία στην άλλη πως δε θα μαλώσουμε εμείς εξαιτίας των σιχαμερών μας κυβερνήσεων…πως δε θα μαλώσουμε εμείς επειδή η “δική της” κυβέρνηση χτυπά φλέβα, εισχωρεί βίαια, όχι μόνο σε γεωγραφικά σύνορα αλλά και σε σύνορα ψυχής… πως δε θα μαλώσουμε εμείς επειδή η “δική μου” κυβέρνηση αγρόν ηγόραζε και ξεπούλαγε. Ήθελα να είναι αυτονόητο ότι όταν με φιλοξενήσει για διακοπές, δε θα βλέπω τον Τούρκο αντιπρόεδρο στα πρόσωπα του πάτερα της, του αδερφού της, του Μπακάλη της γωνιάς, του κυρίου με τα πολύχρωμα μπαχαρικά της πολίτικης κουζίνας, του ζαχαροπλάστη με τον καλύτερο μπακλαβά, της γυναίκας που σιγοτραγουδά Σμυρνέικα τραγούδια στην πλατεία, των παιδιών που παίζουν στις αλάνες της πόλης. Θα ‘θελα οι μούρες όλων των αντιπροέδρων να απομονωθούν, να φύγουν, να χαθούν, να μην χαρακτηρίζουν οι φιγούρες τους, τους λαούς και τους ανθρώπους τους. Κουράζει η αναζήτηση δικαίου. Κουράζει η αντιμετώπιση λεκτικής, πνευματικής, πολιτικής εισβολής. Μα πιο πολύ κουράζει η διαδικασία μάχης για ειρήνη όταν δεν είναι αμοιβαία.