Ζώντας εδώ στην Κύπρο, στο ανατολικό άκρο του Ελληνισμού, σκέφτομαι το επίμονο και επαναλαμβανόμενο στην πονεμένη μας Ιστορία βίωμα και αίσθημα της εξορίας από τη Μητρόπολη. Δεν θα επαναλάβω εδώ τον εξόχως τραυματικό και θλιβερό «μύθο» περί αποστάσεως. Την εγκατάλειψη που ζήσαμε, όταν μας έσφαζαν οι Τούρκοι το 1974. Κι εμείς εδώ έρημοι και αμήχανοι και εγκαταλελειμμένοι να κοιτάζουμε τον ουρανό. Όπως μας έσφαξαν και το 1821, μια σφαγή που ελάχιστοι στη Μητρόπολη την ξέρουν ή τη θυμούνται ή τη μνημονεύουν. Κι όμως, άλλοτε ο προ πολλού αγιασμένος νεομάρτυς κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, αυτό το αίμα και τη σφαγή τη μνημόνευε προς τους ξένους, επιμένοντας στην ελευθερία της Κύπρου και την Ένωσή της με το νεοσυσταθέν Ελληνικό κράτος. 

Σκέφτομαι την πορεία μας και την παρουσία μας μέσα στην Ιστορία, την επιμονή μας να παραμένουμε Έλληνες και Ορθόδοξοι εν τω κόσμω. Γιατί το έθνος δεν εξαντλείται στα στενόχωρα και αδιέξοδα εν πολλοίς όρια του κολοβωμένου κράτους της μητρόπολης, με την εξάρτηση και την ξένη κηδεμονία, όπως τη βιώνουμε αμέσως μετά τη δολοφονία του μαρτυρικού Κυβερνήτου.

«Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγομεν πέτρες.» Αυτά ανέγραφαν εδώ στην Κύπρο οι Έλληνες, καταθέτοντας τον διαχρονικό καημό τους. Αλλά και την εμμονή τους να παραμένουν Έλληνες, εις το μέσον των μηχανισμών αφανισμού και της εξόντωσης που έστησαν τα χρόνια εκείνα οι Άγγλοι. Μια κατάρα και ένας σχεδιασμός που μας ακολουθεί, με όλα εκείνα τα περί πολυπολιτισμικής κοινωνίας και τα άλλα άθλια της προπαγάνδας των ξένων. 

Σκέφτομαι καμιά φορά όλους εκείνους στις εσχατιές του Ελληνισμού που ανέδειξε ο Μέγας Αλέξανδρος, που ακόμα και σήμερα μαζεύουν τά σπαράγματα της ελληνικής μνήμης και παρουσίας, δηλώνοντας υπερήφανα πως είναι Έλληνες, απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Κι εκείνους τους στίχους του Καβάφη σκέφτομαι, «Και την ελληνική λαλιά ως πέρα στη Βακτριανή την πήγαμε, ως τους Ινδούς.»

Είναι καιρός να ξαναπιάσουμε τρυφερά αυτό τον εξόριστο και διεσπαρμένο ελληνισμό, με αγάπη, χωρίς τις εθνικιστικές δυτικότροπες εμμονές, έτσι για να βάζουμε τα πράγματα στη σωστή τους θέση. Με εκείνο το νέο πλέον ήθος και τρόπο, μετά την Ανάσταση του Χριστού. Μέσα από την Ορθόδοξη ενότητα και κοινή εμπειρία. Γιατί πια μας ενώνει, πέρα από τη γλώσσα, η Ορθόδοξή μας μνήμη. Το Ορθόδοξο φρόνημα και ο τρόπος που αναδεικνύει. Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. 

Το αγιασμένο Βυζάντιο μας ενώνει και πάλι. Ο τρόπος και η αλήθεια ζωής που διασώζει μέσα στους αιώνες. Έτσι για να θέτουμε τα όρια και τα μέτρα των πραγμάτων, πέρα από την κοσμική τους διάσταση.

Γυρίζω, λοιπόν, στον εξόριστο και εγκαταλελειμμένο ελληνισμό, με το αίσθημα της πίκρας. «Κι εμείς Ρωμιοί είμεθα», που είπε εκεί στην Αιόλου ο πρόσφυγας από τον Πόντο, έτσι όπως το αποτύπωσε ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, «με την παράξενη του γλώσσα», που θα έλεγε ο Καβάφης, ένας γόνος του εξόριστου και περιφερειακού Ελληνισμού.

Αυτά καταθέτω κι εγώ, ένας εξόριστος Έλληνας, ένας Έλληνας της θάλλουσας περιφέρειας του Ελληνισμού!