Το 2014 είχαμε συμφωνήσει μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου για τη μεταστέγαση του Τμήματος Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Κύπρου από το ενοικιαζόμενο κτήριο στο τέρμα της οδού Λήδρας στο ιστορικό σχολείο της Φανερωμένης. Αυτό έγινε μετά μια σειρά διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην Εκκλησία και το Πανεπιστήμιο, διασκεδάζοντας τότε φόβους διαφόρων ομάδων. Η κίνηση αυτή αντιμετωπίστηκε με ιδιαίτερη θέρμη και από τον Δήμο Λευκωσίας, καθώς θα προσέδιδε νέα δυναμική στο κέντρο της εντός των τειχών Λευκωσίας. Ωστόσο, κάθε φορά που καταλήγαμε σε συμφωνία, τρεις στο σύνολο, ο Αρχιεπίσκοπος, μετά από πιέσεις ομάδων, υπαναχωρούσε. Το οικονομικό κομμάτι ήταν βέβαια σημαντικό για την Εκκλησία, γιατί δεν ήταν θέμα απλής παραχώρησης αλλά και ανταλλαγής.
Το υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού ενημερώθηκε τότε για τους σχεδιασμούς μας, καθώς ως γνωστόν στο κτήριο στεγάζονται παιδιά δημοτικού και γυμνασίου που διαμένουν στη γύρω περιοχή. Οι κατ’ αρχάς σκέψεις μας ήταν να μεταφερθούν τα παιδιά του Δημοτικού στο «Ελένειο», ενώ τα παιδιά του Γυμνασίου σε κάποιο άλλο σχολείο της περιοχής, καθώς ο αριθμός τους ήταν μικρός. Μόλις ανακοινώθηκε η απόφαση μας, οι Τεχνικές Υπηρεσίες του Πανεπιστημίου ξεκίνησαν τη μελέτη αναβάθμισης του κτηρίου. Όσοι είχαν αναμιχθεί, ήταν πολύ βοηθητικοί και θετικοί απέναντι στη συγκεκριμένη προοπτική.
Λίγες μέρες αργότερα, παλιές απόφοιτες του σχολείου της Φανερωμένης, σε μια «πατριωτική» έξαρση αποφάσισαν ότι το σχολείο πρέπει να μείνει στην παλιά του χρήση και ότι το Πανεπιστήμιο το θέλει απλά για να κατεβάσει την ελληνική σημαία από την πρόσοψη του! Η δε επιτροπή των αποφοίτων του σχολείου γύρισε τότε όλα τα κόμματα για να «σώσει» το σχολείο από τα χέρια μας. Πως ήταν δυνατόν, επιχειρηματολογούσαν τότε κάποιοι, να παραχωρηθεί ένα χριστιανικό μνημείο στα χέρια του πανεπιστημίου; Λες και η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν αποτελεί μέρος της ευρύτερης εκπαίδευσης.
Ως Πρύτανης του Πανεπιστημίου, άκουσα πολλά τότε, ενώ δέχτηκα μέχρι και τηλεφωνήματα που με καλούσαν να μην τολμήσω να «αρπάξω» το κτήριο. Ακόμα και στη Βουλή, κάποιοι υπερπατριώτες βουλευτές με κατηγόρησαν ότι θέλω να διαγράψω την «εθνική ιστορία» των κτηρίων της πατρίδας. Δυστυχώς, τις περισσότερες φορές, αυτοί που επικαλούνται την πατρίδα, στο πίσω μέρος του μυαλού τους έχουν προσωπικά συμφέροντα. Είναι οι ίδιοι σε όλο το πολιτικό φάσμα που κρατάνε την χώρα πίσω, στο παρελθόν, με τις ατέλειωτες και περίεργες ιδεοληψίες τους.
Πέρασαν από τότε επτά χρόνια. Στο μεσοδιάστημα, το Πανεπιστήμιο πλήρωσε πέραν των δύο εκατομμυρίων ευρώ ενοίκια για το κτήριο της οδού Λήδρας, ενώ φοιτητές και καθηγητές της Αρχιτεκτονικής ήταν αναγκασμένοι να λειτουργούν σε ένα ακατάλληλο κτήριο, τη στιγμή που ένα ιστορικό κτήριο εκατό μέτρα μακριά ήταν σχεδόν άδειο και αφημένο στη φθορά του χρόνου. Αποφοίτησαν εκατοντάδες παιδιά από το Τμήμα Αρχιτεκτονικής χωρίς να τους δοθεί το δικαίωμα και η χαρά να φοιτήσουν σε ένα εμβληματικό κτήριο όπως σε άλλες αρχιτεκτονικές σχολές στο εξωτερικό. Η ευθύνη του Αρχιεπισκόπου ήταν φυσικά μεγάλη, ωστόσο η ευθύνη της Πολιτείας ήταν μεγαλύτερη. Η επιρροή που ασκούσαν στους κυβερνώντες περί εθνικής ασελγείας και ασέβειας ήταν σημαντική ή έστω λειτουργούσε ως ένα καλό πρόσχημα για να μην παρθούν οι σωστές αποφάσεις. Το τεράστιο κόστος βέβαια των μη εγκαίρων αποφάσεων το πληρώνει πάντα ο φορολογούμενος πολίτης. Γιατί το σχέδιο τότε δεν ήταν απλά το σχολείο και μερικές εστίες. Ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό, η δημιουργία ενός κέντρου έξυπνης καινοτομίας που θα έφθανε μέχρι την Πράσινη Γραμμή και αργότερα θα τη διαπερνούσε με ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις που τότε συζητούσαμε. Άρα το θέμα δεν είναι απλά τι χάσαμε τα τελευταία 7 χρόνια, αλλά πολύ περισσότερο το τι θα μπορούσαμε να κερδίσουμε μετατρέποντας την εντός των τειχών Λευκωσία σε μια όαση νεοφυών επιχειρήσεων, τι θα μπορούσε να κερδίσει δηλαδή ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων.
Σήμερα, με χαρά ακούω ότι επιτέλους έχει επιτευχθεί συμφωνία ανάμεσα στο υπουργείο Oικονομικών και την Eκκλησία. Εύχομαι και ελπίζω αυτή τη φορά να μην υπαναχωρήσει καμιά πλευρά και οι πολέμιοι της στέγασης των φοιτητών, μεταξύ αυτών και οι απόφοιτες του σχολείου της Φανερωμένης, να δουν αυτή την αλλαγή ως τιμητική εξέλιξη για το σχολείο.
Το κτήριο της Φανερωμένης ήταν και είναι ένα αρχιτεκτονικό στολίδι για τη χώρα μας. Αποτελεί ένα από τα οικοδομήματα που έκτιζαν οι παππούδες μας και μας κάνουν περήφανους. Σχολεία απαράμιλλου κάλλους που εκφράζουν έναν οικουμενικό ελληνισμό, εμπεριέχοντας φυσική αρμονία και προσδίδοντας σεβασμό στο χώρο. Οι Κύπριοι του χθες έχτιζαν σχολεία με σεβασμό κατ’ αρχάς στον θεσμό του σχολείου και της εκπαίδευσης. Έχτιζαν σχολεία όχι μόνο για το χθες, το σήμερα, αλλά και για τις επόμενες γενιές, συμπυκνώνοντας αξίες, προσδοκίες και όνειρα. Σχολεία που είναι αρχιτεκτονικά πρότυπα και απέκτησαν διάρκεια τόσο στον χρόνο όσο και στη συλλογική συνείδηση του λαού μας.
Οι ελληνικές κοινότητες της Κύπρου αλλά και του κόσμου, από το Ιάσιο της Ρουμανίας, την Τραπεζούντα στον Πόντο, τη Μαύρη Θάλασσα, το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και την Κύπρο τη θαλασσοφίλητη, έσπερναν αυτά τα διαμάντια εξαίσιου κάλλους, αυτούς τους μικρούς δωρικούς και ιωνικούς ναούς από μάρμαρο ή πέτρα, σαν στολίδια και σημεία αναφοράς στις πόλεις και τα χωριά τους.
Το σχολείο της Φανερωμένης κτίστηκε μέσα σε αυτό το νεοελληνικό ρεύμα της μάθησης και δεν του άξιζε να υπολειτουργεί και να μην αξιοποιείται στο μέγιστο. Οι φοιτητές της αρχιτεκτονικής έχουν δικαίωμα να σχεδιάζουν σε ένα πρότυπο και εμβληματικό κτήριο. Πολύ απλά γιατί «η μόρφωση θέλει αρχοντιά».
ΥΓ. Χάθηκαν επτά ολόκληρα χρόνια για το Τμήμα Αρχιτεκτονικής και δυστυχώς θα χαθούν και πολλά άλλα για τη Σχολή Επιστημών και Τεχνολογίας της Θάλασσας στη Λάρνακα, λόγω και πάλι, λανθασμένων αποφάσεων. Για το θέμα αυτό, θα επανέλθω.
*Τέως Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου