Διαβάζοντας την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που διέταξε την επιστροφή του ανήλικου παιδιού Κύπριας μητέρας στον πατέρα του στην Αμερική, αναζητούσα εναγωνίως τα καθησυχαστικά εκείνα στοιχεία που θα δικαιολογούσαν το οδυνηρό αποτέλεσμά της. Δυστυχώς όμως, παρόλη την ενδελεχή νομική ανάλυση και την εμπεριστατωμένη επεξήγηση του σκεπτικού της απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο, η αναζήτηση μου παρέμεινε μετέωρη.

Η Σύμβαση της Χάγης ρυθμίζει το θέμα της απαγωγής παιδιών από τον ένα από τους δύο γονείς τους, με τη βασική της αρχή να είναι ότι παιδιά που έχουν απαχθεί επιστρέφονται στη χώρα που είχαν τη συνήθη διαμονή τους, πριν την παράνομή μετακίνησή τους.

Επειδή το σημείο, το οποίο θα ήθελα να θίξω έγκειται αλλού, θα πάρω ως δεδομένο το εύρημα του Δικαστηρίου ότι όντως υπήρξε απαγωγή του παιδιού και ότι η μετακίνησή του στην Κύπρο από τη μητέρα του, έγινε χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του πατέρα. Επίσης για τον ίδιο λόγο θα αποδεχθώ και τη θέση ότι η μητέρα (ενδεχομένως και λόγω της συναισθηματικής φόρτισης και πίεσης στην οποία βρισκόταν λόγω κακοποίησης και κακών ενδοοικογενειακών συνθηκών) έσφαλε  ή λειτούργησε βεβιασμένα και ότι κανονικά θα έπρεπε να είχε μείνει στην Αμερική για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της στα εκεί Δικαστήρια.

Η Σύμβαση της Χάγης, ακόμα και αν όντως υπήρξε απαγωγή του παιδιού από τον ένα γονέα, προνοεί μια μεγάλη εξαίρεση  στον κανόνα της επιστροφής των παιδιών, δίνοντας έτσι την ευχέρεια στο εκδικάζον Δικαστήριο να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού.

Η εξαίρεση αυτή προβλέπεται στο Άρθρο 13(1)(β) της Σύμβασης:

«Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του προηγούμενου Άρθρου, η δικαστική … αρχή……. δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού αν το φυσικό πρόσωπο ….. που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδείξει ότι—

α. [….]

β. υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ότι η επιστροφή του ή της θα εξέθετε το παιδί σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή, διαφορετικά, θα έθετε το παιδί σε αφόρητη κατάσταση».

Σημειώνεται ότι ο βαθμός απόδειξης ότι το παιδί θα εκτεθεί σε φυσική η ψυχική δοκιμασία ή σε αφόρητη κατάσταση είναι ψηλός, ούτως ώστε να μην μπορεί η συγκεκριμένη πρόνοια να χρησιμοποιείται καταχρηστικά για να μην επιστρέφονται παιδιά που έχουν απαχθεί, με το πρόσχημα μιας κάποιας ψυχικής αναστάτωσης.

Το Δικαστήριο στην προκείμενη περίπτωση φαίνεται να αποφάσισε τελεσίδικα ότι δεν υπήρχε κανένας τέτοιος κίνδυνος να υποστεί ο μικρός Λεωνίδας ψυχική δοκιμασία ή αφόρητη κατάσταση (και αυτό χωρίς να έχει ενώπιον του ούτε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ούτε οποιαδήποτε άλλη έκθεση από ψυχολόγο).

Πώς είναι όμως δυνατόν να καταλήξεις με ασφάλεια σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, χωρίς να συνυπολογίσεις:

    Ότι ένα παιδί σε τόσο τρυφερή ηλικία έχει ισχυρότατο συναισθηματικό δεσμό με τη μητέρα του που είναι το πρόσωπο που το φροντίζει ανελλιπώς και αδιάλειπτα από τη μέρα που γεννήθηκε;

    Ότι για το συγκεκριμένο παιδί ο βιολογικός του πατέρας είναι εντελώς άγνωστος;

    Ότι δε μιλά τη γλώσσα της χώρας στην οποία το διατάζεις να πάει;

    Ότι δεν έχεις καμία έκθεση για την καταλληλότητα του πατέρα;

    Ότι αναγκάζεις ένα μωρό 4,5 χρονών να κλαίει την ημέρα και να ξυπνά τη νύχτα αναζητώντας τη μητέρα του, σε ένα σπίτι στην άλλη πλευρά του πλανήτη, με άγνωστα σε αυτόν πρόσωπα που δε θα καταλαβαίνουν καν τι λέει;

    Ότι αναγκάζεις τη μητέρα του να υποστεί (αν μπορεί να υποστεί) ανυπολόγιστα οικονομικά έξοδα για να πετύχει, (αν πετύχει), την οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του;

    Ότι ο ξεριζωμός του παιδιού από την αγκαλιά της μητέρας του μπορεί να είναι μόνιμος, αφού με την ΟΜΟΦΩΝΗ δικαστική βούλα της «απαγωγής» από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, θα είναι ενδεχομένως πολύ πιο δύσκολο για το όποιο Αμερικανικό Δικαστήριο να δώσει στη μητέρα, την επιμέλεια του παιδιού;

    Ότι δεν υπήρξε καμία μεσοπρόθεσμη δεσμευτική ρύθμιση για την επικοινωνία της μητέρας με το παιδί ή κάποια διασφάλιση ότι το παιδί θα διαμένει σε συγκεκριμένη διεύθυνση στην οποία θα μπορεί να το εντοπίσει η μητέρα, και με συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου στον οποίο θα μπορεί να καλέσει η μητέρα;

Πώς είναι δυνατόν να θεωρεί το Δικαστήριο ότι όλα τα πιο πάνω δεν συνιστούν ούτε «ψυχική δοκιμασία» για το παιδί ούτε το εκθέτουν σε «αφόρητη κατάσταση»;

Ο λόγος που υπάρχει σωρεία Διεθνών Συμβάσεων που κατοχυρώνουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, τα δικαιώματα του παιδιού είναι ακριβώς επειδή τα παιδιά δεν έχουν τρόπο ούτε να μιλήσουν, ούτε να επιχειρηματολογήσουν, ούτε και να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους, τα οποία μάλιστα δεν είναι σε θέση ούτε να γνωρίζουν ούτε και να αντιλαμβάνονται. Είναι επίσης γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο που η οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωμάτων ενός παιδιού θεωρείται πολύ πιο σοβαρή και πολύ πιο ανήθικη από την παραβίαση των δικαιωμάτων ενός ενήλικα.

Αυτές οι κατά τ’ άλλα αυτονόητες αρχές θα έπρεπε αναμφίβολα και χωρίς ιδιαίτερες εξηγήσεις να χαρακτηρίζουν κάθε απόφαση ή πράξη της πολιτείας και ακόμη περισσότερο της δικαστικής εξουσίας. Συνεπώς  θα ανέμενε φυσιολογικά κανείς, ότι η πολιτεία και φυσικά η δικαστική εξουσία θα ήταν ιδιαίτερα προσηλωμένες στο συμφέρον του παιδιού και στην περιφρούρηση των δικαιωμάτων του γιατί αυτό από μόνο του είναι ανήμπορο και ανίκανο να τα διεκδικήσει και να τα υπερασπιστεί.

Σε αντιδιαστολή με όλες αυτές τις βασικές αρχές, η κυπριακή δικαιοσύνη, σε αυτή την υπόθεση, συνέθλιψε τον μικρό Λεωνίδα. Τον μεταχειρίστηκε σαν ένα δέμα που «κλάπηκε» από τον εξ ημισείας νόμιμο ιδιοκτήτη του, διατάσσοντας ψυχρά και στυγνά την επιστροφή του σε αυτόν∙ χωρίς να συνυπολογίσει ούτε την ψυχολογία του, ούτε το κλάμα του, ούτε τα αμέτρητα και χωρίς ανταπόκριση «μάμμα», ούτε την πιθανότητα ο αποχωρισμός αυτός να είναι μόνιμος και μη αναστρέψιμος.

Σε μια εποχή που οι γονείς ξεψαχνίζουμε εναγωνίως τα βιβλία παιδοψυχολογίας, σε μια εποχή που προσέχουμε και μετράμε την κάθε μας πράξη και την κάθε μας λέξη «μπροστά στα μωρά» για να μην τραυματίσουμε τις ψυχούλες τους, σε μια εποχή που παρακολουθούμε διαλέξεις και σεμινάρια για το τι λέμε, τι δε λέμε, πώς το λέμε, τι παιχνίδια αγοράζουμε, τι κινούμενα σχέδια παρακολουθούμε, πόσες οθόνες επιτρέπουμε κ.ο.κ., η κυπριακή δικαιοσύνη αποφάνθηκε ότι είναι λογικό, ηθικά πρέπον και ψυχολογικά ανώδυνο κι αμελητέο να ξεριζώνεις ένα μωρό 4,5 χρονών από την αγκαλιά της μητέρας του για να το ξαποστείλεις, σε ένα απόλυτα ξένο και άγνωστο σε αυτό περιβάλλον, στην άλλη άκρη της γης, με έναν άγνωστο άνθρωπο που του ανακοινώθηκε ότι είναι ο πατέρας του.

Όση ορθή νομική ανάλυση κι αν εμπερικλείεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όσα νομικά ερείσματα κι αν προβάλλονται αναλυτικά και εμπεριστατωμένα για το σκεπτικό της, η οδυνηρή κατάληξή της πέταξε τον μικρό Λεωνίδα μέσα από τις «τρύπες» και τα «παράθυρα» της Σύμβασης της Χάγης και τον προσγείωσε ανώμαλα στο σκοτεινό εκείνο μέρος, όπου τα παιδιά – θύματα δεν έχουν ούτε υπερασπιστές, ούτε κανέναν άλλο να ακούσει  τις φωνές τους.

Δικηγόρος – Λεμεσός