Ένα άγνωστο χωριό για το ευρύ κοινό, η Τρόζενα έχει βρεθεί τις τελευταίες εβδομάδες στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης στην Κύπρο. Οι αρχικές φήμες για εξαγορά του ερημωμένου χωριού από Ισραηλινούς διακινούνταν για μέρες από αναρτήσεις πολιτών στο Facebook και κατέληξαν να φιγουράρουν στην κορυφή της ημερήσιας ατζέντας όλων των μέσων ενημέρωσης στη χώρα.
Οι πρώτες αναφορές ουσιαστικά ήταν σε ύφος κινδυνολογίας, δημιουργώντας ένα κλίμα φόβου ότι η επένδυση είχε ως απώτερο σκοπό την γκετοποίηση της περιοχής από Ισραηλινούς, στα πλαίσια ενός ευρύτερου σχεδίου για μαζική εγκατάσταση Εβραίων στο νησί μας. Επιπλέον, έδιναν την εντύπωση περί ύπαρξης ενός μαύρου πέπλου που σκεπάζει την υπόθεση και μιας σκοτεινής κατάστασης, όπου φρουροί ασφαλείας απαγόρευαν την είσοδο στο χωριό. Ωστόσο, μετά τη δημόσια συζήτηση που εξελίχθηκε με τη συμβολή και των μέσων ενημέρωσης, διαφάνηκε πως το αφήγημα για ισραηλινή «απόβαση» στην Τρόζενα είναι, τουλάχιστον για την ώρα, αστήριχτο.
Αυτό που ο Ούγγρος επενδυτής με καταγωγή από το Ισραήλ επιδιώκει να κάνει πράξη δεν μοιάζει σε καμία περίπτωση να επιβεβαιώνει τις διάφορες θεωρίες συνωμοσίας που διακινούνται. Ο ίδιος δηλώνει ότι έχει ερωτευτεί την Τρόζενα με την πρώτη ματιά, γι’ αυτό και οραματίζεται να της δώσει ξανά ζωή. Τα περιβαλλοντικά ζητήματα που τίθενται είναι ένα εντελώς διαφορετικό κεφάλαιο, το οποίο ασφαλώς και σωστά απασχολεί τη δημόσια συζήτηση.
Ο Κοινοτάρχης Άρσους και ο Χαράλαμπος Θεοπέμπτου διατυπώνουν στον «Φ της Κυριακής» τις δικές τους θέσεις επί του ζητήματος, με τον βουλευτή των Οικολόγων να αναφέρεται στα σοβαρά κατά την άποψη του προβλήματα στις μεγάλες επενδύσεις στην Κύπρο, μερικά από τα οποία παρατηρήθηκαν και στην περίπτωση της Τρόζενας. Από την πλευρά του ο Γιαννάκης Γιαννάκη κάνει λόγο για εγκληματική εγκατάλειψη της περιοχής από το κράτος και υπογραμμίζει ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο υποδέχεται με ενθουσιασμό κάθε ανάπτυξη που στόχο έχει να δώσει ανάσα. Επιπλέον, ξεκαθαρίζει ότι η Τρόζενα είναι και θα παραμείνει ελληνοκυπριακό έδαφος και μιλά επίσης για πολιτικές σκοπιμότητες πίσω από τις αντιδράσεις και την παραπληροφόρηση.
Ερημιά και εγκατάλειψη
Οι πρώτοι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι στο χωριό Τρόζενα έφτασαν το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, κάπου κοντά στο 1880. Κατά την απογραφή του 1946 η κοινότητα βρισκόταν στο απόγειο της από πλευράς πληθυσμού, με τους κατοίκους να φτάνουν προσωρινά τους 133. Στην απογραφή του 1931 ήταν μόλις 64 ενώ το 1960 ήταν 106. Περίπου έναν αιώνα μετά την άφιξη των πρώτων Ελληνοκύπριων κατοίκων, το χωριό εγκαταλείφθηκε πλήρως. Η έλλειψη βασικών υποδομών όπως ηλεκτρικό ρεύμα και τρεχούμενο νερό, καθώς και η απροθυμία του κράτους να βρει μια λύση, φαίνεται να μην άφησαν άλλη επιλογή στους μέχρι τότε μόνιμους διαμένοντες στο χωριό.
Ως αποτέλεσμα, για περίπου μισό αιώνα η Τρόζενα αφέθηκε στο έλεος της άγριας βλάστησης, φιδιών, τρωκτικών, καθώς και σκουπιδιών, αφού αποτελούσε την εύκολη λύση για πολλούς στις γύρω περιοχές που έψαχναν κάπου να πετάξουν τα άχρηστα αντικείμενα τους.
Ο έρωτας και το πλάνο του επενδυτή
Το όνομα του επενδυτή που φιλοδοξεί να αναγεννήσει το χωριό είναι Ουριέλ Κέρτις. Με καταγωγή από το Ισραήλ, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ουγγαρία και είναι κάτοχος ουγγρικού και ισραηλινού διαβατηρίου. Στην Τρόζενα έφτασε πριν από πέντε χρόνια και όπως δήλωσε στον Alpha, την ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή. Όπως είπε, προσπάθησε να καταλάβει γιατί βρισκόταν σε κατάσταση εγκατάλειψης και να διαπιστώσει το ιδιοκτησιακό του καθεστώς.
Υποστήριξε ότι το όραμα του ήταν πολύ απλό εξ αρχής, να δημιουργήσει ένα χώρο για όλους όσους χρειάζονται χρόνο να ξεκουραστούν και να ηρεμήσουν. Διευκρίνισε ότι το πλάνο του είναι να χτιστούν 60 δωμάτια και όχι σπίτια. Επιπλέον, κατέστησε σαφές ότι δεν αγόρασε την εκκλησία, η οποία δεν βρίσκεται προς πώληση, και ευχήθηκε να μην περιέλθει ποτέ σε κατάσταση πώλησης.
Όπως έγραψε ξανά ο «Φ», η καρδιά του έργου αφορά την αναβίωση του οικιστικού ιστού της Τρόζενας μέσω επτά συγκροτημάτων.Το πλάνο περιλαμβάνει:
◗ 64 κατοικίες συνολικά: Προβλέπεται η ανέγερση 48 νέων παραδοσιακών κατοικιών και η πλήρης αποκατάσταση 16 υφιστάμενων ερειπωμένων κτισμάτων.
◗ Παραδοσιακή αρχιτεκτονική: Όλες οι μονάδες θα κατασκευαστούν με τοπική πέτρα και κεραμίδια, διατηρώντας τον ιστορικό χαρακτήρα της περιοχής.
◗ Δυνατότητα φιλοξενίας: Οι κατοικίες, κυρίως ενός υπνοδωματίου, θα μπορούν να φιλοξενήσουν έως και 132 άτομα.
◗ Κεντρικό ρόλο στην αναζωογόνηση της τοπικής οικονομίας παίζει η δημιουργία υποδομών που αναδεικνύουν τα τοπικά προϊόντα.
◗ Οινοποιείο: Προτείνεται η ανέγερση οινοποιείου μικρής κλίμακας, δυναμικότητας 40.000 μπουκαλιών ετησίως που αντιστοιχούν σε περίπου 40 τόνους σταφυλιών ανά έτος, που θα περιλαμβάνει αίθουσα γευσιγνωσίας, κάβα και χώρο παραγωγής.
◗ Αμπελώνες: Τμήματα των τεμαχίων που δεν θα δομηθούν θα μετατραπούν σε νέους αμπελώνες, ενισχύοντας το αγροτικό τοπίο.
◗ Πολυχώρος εστίασης: Σε υφιστάμενο κτήριο που θα επεκταθεί, θα λειτουργήσει εστιατόριο χωρητικότητας 100 ατόμων, μαζί με χώρους υποδοχής και γραφεία.
Το έργο επεκτείνεται και σε υπηρεσίες που απευθύνονται σε επισκέπτες που αναζητούν την επαφή με τη φύση:
◗ Κέντρο ευεξίας: Προβλέπεται η δημιουργία γυμναστηρίου και χώρων spa.
◗ Κατασκηνωτικοί χώροι: Στο σχεδιασμό περιλαμβάνονται υποδομές για κατασκήνωση, προωθώντας εναλλακτικές μορφές ήπιου τουρισμού στη φύση.
Ενέργειες χωρίς άδειες και περιβάλλον
Το γενικό χωροταξικό σχέδιο για την ανοικοδόμηση και αναζωογόνηση του εγκαταλελειμμένου οικισμού της Τρόζενας βρίσκεται στο μικροσκόπιο της Περιβαλλοντικής Αρχής, αφού διαπιστώθηκαν αυθαίρετες επεμβάσεις και παράνομες εργασίες στην περιοχή χωροθέτησης του προτεινόμενου έργου.
Οι επεμβάσεις φαίνεται να υλοποιήθηκαν πριν υποβληθεί και εξεταστεί Μελέτη Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης, η οποία απαιτείται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, καθότι το προτεινόμενο έργο εμπίπτει εξ ολοκλήρου εντός της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Ζώνη Ειδικής Προστασίας Χα-Ποτάμι.
Με βάση όσα εξηγεί σε ανάλυση του στον «Φ» ο περιβαλλοντολόγος δρ Κώστας Παπασταύρου, το γεγονός ότι ο παλιός οικισμός είναι μέσα σε προστατευόμενη ζώνη του δικτύου Natura 2000 δεν σημαίνει ότι απαγορεύονται τα πάντα. Σημαίνει όμως ότι πριν γίνει οποιοδήποτε έργο, πρέπει πρώτα να εξεταστεί αν επηρεάζει σοβαρά τη φύση και τα προστατευόμενα είδη της περιοχής.
Σε μια τέτοια περιοχή, επιτρέπεται η γεωργία, η μελισσοκομία, ο ήπιος τουρισμός, οι μικρές αναπτύξεις και οι παραδοσιακές δραστηριότητες. Η βασική αρχή είναι πως ο άνθρωπος μπορεί να δραστηριοποιείται εκεί, αρκεί να μη καταστρέφει τη φύση που προστατεύεται.
Πριν ξεκινήσει ένα έργο σε περιοχή που βρίσκεται σε ζώνη Natura 2000, η ευρωπαϊκή νομοθεσία προνοεί την εκπόνηση περιβαλλοντικών μελετών, την εξέταση αν το έργο επηρεάζει πουλιά, οικοτόπους, νερά, το τοπίο και το οικοσύστημα γενικότερα. Οι κρατικές υπηρεσίες αποφασίζουν αν θα εγκρίνουν το έργο, θα βάλουν όρους, ή θα το απορρίψουν. Το ζήτημα που εγείρεται στην Τρόζενα, δεν είναι το γεγονός ότι ένας επενδυτής «άγγιξε» τον εγκαταλειμμένο οικισμό, αλλά ότι έγιναν ενέργειες χωρίς να ολοκληρωθούν πρώτα οι απαραίτητες άδειες και έλεγχοι.
Ο δρ Παπασταύρου εξηγεί πως οι προστατευόμενες περιοχές Natura 2000 δεν είναι μόνο σημαντικές για τα οικοσυστήματα της κάθε γεωγραφικής περιοχής. Είναι επιπλέον πολύ σημαντικές για την τοπική κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Προσφέρονται για την ανάπτυξη ήπιων μορφών διάφορων δραστηριοτήτων και επομένως μπορούν να συμβάλλουν με τη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Σημειώνει ακόμα ότι η ήπια οικονομική δραστηριότητα στην επικράτειά τους πιθανόν δίνει επιπλέον κίνητρα για τη διασφάλιση της προστασίας τους. Παράλληλα, επισημαίνει πως επισκέψεις σε τέτοιες περιοχές προσφέρουν συχνά μοναδικές εμπειρίες στους ανθρώπους και επομένως τους ευαισθητοποιεί σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος.
Γιαννάκης Γιαννάκη: Υποδεχόμαστε την ανάπτυξη με ενθουσιασμό

Ως Κοινοτικό Συμβούλιο βλέπουμε θετικά, ευνοϊκά και με πραγματικό ενθουσιασμό οποιαδήποτε ανάπτυξη μπορεί να συμβάλει στην αναζωογόνηση της περιοχής μας. Η Τρόζενα και η ύπαιθρος έχουν εγκαταλειφθεί εγκληματικά από το κράτος εδώ και δεκαετίες. Η αστυφιλία μάς έχει πλήξει ανεπανόρθωτα. Το Άρσος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένα χωριό που κάποτε αριθμούσε περίπου 1.200 κατοίκους, σήμερα έχει απομείνει με μόλις 100. Πιστεύουμε ότι το κράτος οφείλει επιτέλους να δει αυτές τις περιοχές με διαφορετικό φακό και να στηρίξει ουσιαστικά την επιβίωσή τους.
Οι επενδύσεις, ανεξαρτήτως από πού προέρχονται, μπορούν να μας δώσουν ανάσα ζωής. Ήδη σήμερα, μόνο από την ανάπτυξη που βρίσκεται σε εξέλιξη, εργάζονται δέκα οικογένειες της περιοχής. Με την ολοκλήρωση του έργου, ο αριθμός αυτός θα πολλαπλασιαστεί, καθώς προβλέπονται ποικιλόμορφες δραστηριότητες: δημιουργία οινοποιείου, καλλιέργεια αμπελιών, διαμερίσματα και άλλες εγκαταστάσεις που θα χρειάζονται προσωπικό για τη λειτουργία και τη συντήρησή τους.
Όλα αυτά θα συμβάλουν ουσιαστικά στην τοπική οικονομία, αλλά κυρίως θα επαναφέρουν ζωή στα χωριά μας. Παράλληλα, αναμένουμε αύξηση του τουρισμού, ιδιαίτερα και του θρησκευτικού τουρισμού, καθώς στην περιοχή βρίσκεται και το μοναστήρι μας. Δυστυχώς, το όλο ζήτημα έχει λάβει πολιτικές διαστάσεις. Υπήρξαν άτομα που ανακίνησαν το θέμα για δικούς τους σκοπούς. Διερωτώμαι όμως: αν ο επενδυτής δεν ήταν Εβραίος αλλά Ρώσος, Γερμανός ή Έλληνας, θα υπήρχε η ίδια αντίδραση;
Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι ως Κοινοτικό Συμβούλιο είμαστε κάθετοι και αυστηροί: Η Τρόζενα είναι ελληνοκυπριακό έδαφος και δεν πρόκειται να επιτρέψουμε σε κανέναν επενδυτή ή ιδιώτη να απαγορεύσει τη διέλευση ή την πρόσβαση οποιουδήποτε στην περιοχή. Ως τοπική αρχή σεβόμαστε απόλυτα το περιβάλλον. Ωστόσο, η κατάσταση που επικρατούσε πριν από την ανάπτυξη ήταν απαράδεκτη. Σήμερα πρόκειται πραγματικά για ένα χάρμα οφθαλμών. Όσοι αντιδρούν, θεωρώ ότι ενοχλούνται για άλλους λόγους. Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί και κάτι ακόμη. Τα όσα αναφέρονται στον τουρκικό Τύπο περί δήθεν καταπάτησης τουρκοκυπριακής γης είναι απολύτως ανυπόστατα. Η Τρόζενα ήταν και παραμένει ένα καθαρά ελληνοκυπριακό χωριό. Το τουρκοκυπριακό χωριό της περιοχής ήταν η Γεροβάσα. Η Τρόζενα δεν είχε καμία σχέση με τουρκικό πληθυσμό και συνεπώς δεν δικαιούνται να εγείρουν οποιαδήποτε απαίτηση ή να διατυπώνουν ισχυρισμούς επί του θέματος.
Χαράλαμπος Θεοπέμπτου: Σοβαρά προβλήματα με τις μεγάλες αναπτύξεις

Εδώ και πολλά χρόνια αντιμετωπίζουμε σοβαρά προβλήματα με τις μεγάλες αναπτύξεις και τον εξαιρετικά ευνοϊκό τρόπο που τις αντιμετωπίζουν οι κυβερνήσεις. Να θυμίσω τα γήπεδα γκολφ που τώρα ανταγωνίζονται τους γεωργούς στο νερό, τις μαρίνες και όλα αυτά τα όνειρα που ήθελαν αναπτύξεις σε νησιά μέσα στη θάλασσα.
Παράλληλα έχει ετοιμαστεί και ένα πρωτοφανές νομικό πλαίσιο όπου όταν η ανάπτυξη είναι μεγάλη δεν γίνεται η διαδικασία των περιβαλλοντικών μελετών όπως τα άλλα έργα και θα αδειοδοτείται άτομο της εταιρείας να κυκλοφορεί στα κυβερνητικά γραφεία να «προωθεί» την αίτηση της εταιρείας.
Φυσικά ούτε τη σύμβαση της Βαρκελώνης και το πρωτόκολλο της για έργα στην παράκτια ζώνη εφαρμόζουμε παρά τη νομική μας υποχρέωση έναντι της ΕΕ.
Να θυμίσω την πανέξυπνη νομοθεσία που αν κάποιος κτίσει πρόβολο ή κάνει επίχωση (νόμιμα ή παράνομα) τότε μπορεί να κηρυχθεί η παραλία χώρος ελλιμενισμού και αυτόματα γίνεται ιδιωτική παραλία.
Το άλλο πρόβλημα είναι ότι αν γίνει διαβούλευση άλλο κείμενο δημοσιοποιούν και άλλα περιέχει το τελικό κείμενο. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι χτίζονται μεγάλα έργα χωρίς τις απαιτούμενες διαδικασίες, αλλά ότι συχνά συγκεντρώνονται σε ευαίσθητες περιοχές: ακτές, φυσικά τοπία, γεωργική γη ή περιοχές κοντά σε προστατευόμενους οικοτόπους.
Χωρίς ενημέρωση των πολιτών χωρίς σωστές διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης με χατιρικές μελέτες, εκ των υστέρων εγκρίσεις αλλά όχι κατεδαφίσεις, έχουμε καταστρέψει αυτό το μοναδικό νησί που έχει τόσο πλούσια φυσική ομορφιά.
Άμα όλα είναι χαλαρά είναι συνέχεια πιο εύκολο να γίνονται παρανομίες και να μην δίνεται η απαραίτητη σημασία στις περιβαλλοντικές απαιτήσεις, όπως τώρα π.χ. στην Τρόζενα ή στη λίμνη Παραλιμνίου που έρχονται εκ των υστέρων να έχουν και παράπονο γιατί εφαρμόζεται η νομοθεσία.