Το Ιράν απείλησε ευθέως, την περασμένη Πέμπτη, διά του υπουργού Εξωτερικών του, Αμπάς Αραγκτσί, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για τη συνεργασία τους με το Ισραήλ, μετά τη δήλωση του Βενιαμίν Νετανιάχου ότι είχε πραγματοποιήσει μυστική επίσκεψη στα Εμιράτα.

Ο Αραγκτσί προειδοποίησε ότι κάτι τέτοιο είναι «ασυγχώρητο» και δήλωσε πως όσοι εμπλέκονται «θα λογοδοτήσουν», προειδοποιώντας παράλληλα ότι οι χώρες που συνεργάζονται με το Ισραήλ «σε ενέργειες εναντίον του Ιράν» προχωρούν σε «ένα ανόητο ρίσκο».

Πέρα, βεβαίως, από τους λεονταρισμούς του ιρανικού καθεστώτος και από την ορθότητα των περί «ενεργειών εναντίον του Ιράν» από τις χώρες του Κόλπου – στις οποίες το ίδιο το Ιράν ήταν εκείνο που επιτέθηκε – ο Αραγκτσί δεν κόμιζε γλαύκα εις Αθήνας με τα περί συνεργασίας των ΗΑΕ με το Ισραήλ.

Είναι μια συνεργασία, η οποία έχει επισημοποιηθεί από το 2020. Οι σχέσεις είναι κάτι περισσότερο από στενές· είναι συμμαχικές, έστω κι αν δεν ονομάζονται έτσι. Και η ενόχληση του Ιράν προέρχεται από το γεγονός ότι ο φόβος δεν είναι το Άμπου Ντάμπι, αλλά οι υπόλοιπες χώρες της περιοχής, οι οποίες, μετά τις επιθέσεις του Ιράν, πρώτον αντιλαμβάνονται ακόμη περισσότερο ότι δεν είναι το Ισραήλ ο εχθρός τους αλλά η Τεχεράνη και, δεύτερον, ότι εάν ακολουθήσουν το παράδειγμα του Άμπου Ντάμπι, θα έχουν πρόσβαση σε αμυντικά συστήματα αλλά και στην προστασία του εβραϊκού κράτους.

Μια προστασία η οποία δεν είναι κατ’ ανάγκην στρατιωτική αλλά, όπως το παράδειγμα του Μπαχρέιν, λ.χ., αποδεικνύει, μπορεί να κινηθεί- όπως γίνεται και με πολλές άλλες χώρες- στο επίπεδο της αντικατασκοπείας και της αντιμετώπισης των εσωτερικών αποσταθεροποιητικών ενεργειών του Ιράν, χωρίς μάλιστα να ανακοινώνεται.

Σ’ αυτό αποσκοπούσε και η κίνηση του Βενιαμίν Νετανιάχου να ανακοινώσει ότι, στη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, το Ισραήλ όχι μόνο έστειλε στα ΗΑΕ μια συστοιχία Iron Dome και, μαζί, έμψυχο δυναμικό, το οποίο ενδέχεται να μην ήταν μόνο οι χειριστές αλλά και ανώτεροι αξιωματικοί -κάτι που βεβαίως δεν είπε – αλλά και ότι πραγματοποίησε μυστική επίσκεψη στο Άμπου Ντάμπι.

Το τελευταίο, μετά και τις ιρανικές απειλές, διέψευσε τα όσα ειπώθηκαν από την Ιερουσαλήμ και τα οποία επαναβεβαιώθηκαν στη συνέχεια από τον μέχρι πρότινος γραμματέα του Ισραηλινού πρωθυπουργού.

Σε άλλες εποχές, ένα τέτοιο περιστατικό, με τη μία χώρα να διαψεύδει την άλλη σε ανώτατο επίπεδο, θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στις σχέσεις, πολλώ δε μάλλον σε μια συμμαχία. Οι καιροί, όμως, δεν επιτρέπουν τέτοιες ευαισθησίες, όσο κι αν το περιστατικό έφερε σε δύσκολη θέση και τις δύο κυβερνήσεις, με την Ιερουσαλήμ να φέρει την ευθύνη.

Ο άξονας

Η στρατηγική σύγκλιση ανάμεσα στο Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα απέναντι στο Ιράν, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να λειτουργούν ως εγγυητής αλλά και ως αρχιτέκτονας αυτού του σχήματος, έχει δημιουργήσει έναν από τους πιο σοβαρούς και καθοριστικούς μηχανισμούς στη Μέση Ανατολή, στον οποίο, εάν το Ιράν δεν είχε οργανώσει τις φρικαλεότητες της 7ης Οκτωβρίου, θα βρισκόταν σήμερα και η Σαουδική Αραβία.

Η σχέση Ισραήλ-ΗΑΕ δεν είναι πλέον απλώς το απότοκο των Συμφωνιών του Αβραάμ σε διπλωματικό επίπεδο. Εκείνο ήταν η αρχή. Το σημερινό της περιεχόμενο ξεκινά από την αεράμυνα και εκτείνεται μέχρι τις πληροφορίες, την αντιπυραυλική προστασία, την κυβερνοασφάλεια, την ενέργεια, την υλικοτεχνική υποστήριξη και τη στρατηγική ανθεκτικότητα απέναντι στην Τεχεράνη.

Η Wall Street Journal έγραψε ότι ο επικεφαλής της Μοσάντ, Ντέιβιντ Μπαρνέα, επισκέφθηκε επίσης μυστικά τα ΗΑΕ κατά τη διάρκεια της ισραηλινής εκστρατείας κατά του Ιράν, με στόχο τον συντονισμό των πολεμικών προσπαθειών. Ισραηλινά μέσα, επικαλούμενα τον Kan, την ισραηλινή δημόσια ραδιοτηλεόραση, και τη WSJ, μετέδωσαν επίσης ότι υπήρξε βαθύτερος συντονισμός ανάμεσα στις υπηρεσίες πληροφοριών και ασφαλείας των δύο χωρών.

Η πιο αποκαλυπτική λεπτομέρεια δεν είναι μόνο οι επαφές. Είναι η αεράμυνα. Ο Αμερικανός πρέσβης στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαμπι, δήλωσε ότι το Ισραήλ έστειλε συστήματα Iron Dome και προσωπικό στα ΗΑΕ, περιγράφοντας τη σχέση Ισραήλ-Εμιράτων ως «εντυπωσιακή».

Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι μετατρέπει την εξομάλυνση από διπλωματικό πλαίσιο σε πραγματική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Το Ισραήλ δεν είναι πια για το Άμπου Ντάμπι μόνο τεχνολογικός και εμπορικός εταίρος· είναι κρίσιμος κρίκος αποτροπής απέναντι στο Ιράν.

Στρατηγικό βάθος μέσω ΗΠΑ

Εδώ μπαίνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Χωρίς την Ουάσιγκτον, ο άξονας Ισραήλ-ΗΑΕ θα ήταν σημαντικός, αλλά πιο περιορισμένος. Με τις ΗΠΑ, αποκτά μεγάλο στρατηγικό βάθος. Η αμερικανική υποστήριξη προς την ισραηλινή αντιπυραυλική αρχιτεκτονική, η αμερικανική παρουσία στον Κόλπο, οι αμυντικές σχέσεις με τα ΗΑΕ και η ενεργειακή διπλωματία της Ουάσιγκτον δημιουργούν ένα πλέγμα που ενώνει ασφάλεια και ενέργεια και το οποίο εκτείνεται πολύ πιο μακριά από τον Κόλπο, μέχρι και τη νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Δεν είναι τυχαίο ότι, όταν το Ιράν κατήγγειλε τη συνεργασία των ΗΑΕ με τις ΗΠΑ ως απειλή για την ασφάλειά του, το Άμπου Ντάμπι απάντησε ότι οι διεθνείς σχέσεις και οι αμυντικές του εταιρικές σχέσεις είναι κυριαρχικό του ζήτημα. Αυτή είναι η νέα γλώσσα του Κόλπου: χαμηλοί τόνοι αλλά καθαρές επιλογές. Λίγες δηλώσεις και πολλές πρακτικές συνεργασίες. Όχι ανακοινώσεις συμμαχιών, αλλά συστήματα, δίαυλοι, επενδύσεις και κοινά συμφέροντα.

Ενέργεια και ασφάλεια

Η ενέργεια είναι η δεύτερη, εξίσου κρίσιμη, διάσταση. Οι ΗΠΑ και τα ΗΑΕ έχουν ήδη θεσμοθετήσει την εταιρική σχέση PACE, με στόχο την κινητοποίηση 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων και την ανάπτυξη 100 GW καθαρής ενέργειας παγκοσμίως έως το 2035. Πρόκειται για μια αμερικανο-εμιρατινή πλατφόρμα που δεν αφορά μόνο την κλιματική μετάβαση, αλλά και την κατανομή επιρροής στις ενεργειακές υποδομές του αύριο: ανανεώσιμες πηγές, αποθήκευση, υδρογόνο, δίκτυα, τεχνολογία και χρηματοδότηση.

Αυτό που αλλάζει σήμερα στη Μέση Ανατολή δεν είναι μόνο η μορφή των συμμαχιών, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη αντιλαμβάνονται την ασφάλειά τους. Για δεκαετίες, η περιοχή λειτουργούσε μέσα από μεγάλα δημόσια στρατόπεδα, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και επίσημες εχθρότητες. Στην πράξη, όμως, η νέα Μέση Ανατολή διαμορφώνεται μέσα από αθόρυβες συνεννοήσεις, παρά μέσα από πανηγυρικές διακηρύξεις. Το Ισραήλ και τα ΗΑΕ είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής.

Οι επιδιώξεις της Ουάσινγκτον

Η αμερικανική διάσταση είναι επίσης διαφορετική από το παρελθόν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιδιώκουν πια να είναι ο μοναδικός άμεσος διαχειριστής κάθε κρίσης στη Μέση Ανατολή. Θέλουν περιφερειακούς εταίρους που μπορούν να αναλάβουν βάρος, να ενισχύσουν την αποτροπή και να μειώσουν την ανάγκη μόνιμης αμερικανικής εμπλοκής πρώτης γραμμής, την οποία καθόλου δεν ευνοεί το κλίμα στις ΗΠΑ.

Αυτό δεν σημαίνει αποχώρηση των ΗΠΑ, όπως άρχισε να διαφαίνεται στο παρελθόν. Σημαίνει ανακατανομή ρόλων. Η Ουάσιγκτον διατηρεί την ομπρέλα, τα συστήματα, τα δίκτυα και την τεχνολογική υπεροχή, αλλά περιμένει από Ισραήλ, Εμιράτα και άλλους εταίρους να λειτουργούν ως κόμβοι μιας πιο αποκεντρωμένης αμερικανικής τάξης.

Σε αυτή τη νέα εξίσωση, η ενέργεια είναι κάτι πολύ ευρύτερο από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Είναι ηλεκτρικά δίκτυα, καλώδια, αποθήκευση, ανανεώσιμες πηγές, υποθαλάσσιες διασυνδέσεις, ασφάλεια λιμανιών, κυβερνοπροστασία και ανθεκτικότητα κρίσιμων υποδομών. Όποιος ελέγχει ή χρηματοδοτεί τέτοιες υποδομές δεν αγοράζει απλώς ρόλο στην περιοχή και αξία στον ρόλο του αυτό. Αγοράζει, δηλαδή, πολιτική επιρροή σε μια περιοχή όπου η επόμενη κρίση μπορεί να ξεκινήσει είτε από έναν πύραυλο είτε από ένα κομμένο καλώδιο.

Αυτός είναι ο λόγος που η σιωπηλή σύγκλιση Ιερουσαλήμ-Άμπου Ντάμπι έχει σημασία και πέρα από τον Κόλπο. Συνδέει το στρατιωτικό με το ενεργειακό, το τεχνολογικό με το διπλωματικό, το αραβικό κεφάλαιο με την ισραηλινή τεχνογνωσία και την αμερικανική στρατηγική με την ανάγκη της Ευρώπης για ασφαλέστερες διαδρομές. Δεν πρόκειται απλώς για μια σχέση δύο κρατών. Πρόκειται, όπως έχει ειπωθεί, για εργαστήριο της νέας περιφερειακής τάξης.

Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν μια ξεχωριστή, σταθερή ενεργειακή σχέση με το Ισραήλ. Η συνεργασία των δύο χωρών καλύπτει, μεταξύ άλλων, κυβερνοασφάλεια ενεργειακών υποδομών, ανανεώσιμες πηγές, αποθήκευση ενέργειας, υδάτινους και ενεργειακούς πόρους και τεχνολογική έρευνα. Αυτό έχει σημασία, διότι η νέα ενεργειακή ασφάλεια δεν αφορά μόνο αγωγούς και κοιτάσματα. Αφορά και δίκτυα, καλώδια, δεδομένα, κυβερνοάμυνα και την ικανότητα ενός κράτους να διατηρεί τις κρίσιμες υποδομές του σε συνθήκες πολέμου.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά νέα σημασία. Όχι ως υποκατάστατο του Κόλπου, αλλά ως συμπληρωματικός χώρος ενέργειας, επενδύσεων, γεωπολιτικού κέρδους και ανθεκτικότητας. Η περιοχή μετατρέπεται σταδιακά σε ζώνη όπου συναντώνται τα συμφέροντα του Ισραήλ, της Ευρώπης, του Κόλπου και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στον χάρτη και η Κύπρος

Το κυπριακό ενεργειακό τοπίο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης. Το φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου, οι υποδομές LNG της Αιγύπτου, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και η ευρωπαϊκή ανάγκη για διαφοροποίηση ενεργειακών πηγών, πλέον για λόγους πρωτίστως ασφάλειας, δημιουργούν ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Ο Great Sea Interconnector είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό έργο αυτής της λογικής. Το ηλεκτρικό καλώδιο που σχεδιάζεται να συνδέσει την Ελλάδα, την Κύπρο και αργότερα το Ισραήλ δεν είναι απλώς ενεργειακή υποδομή. Είναι γεωπολιτική. Συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο με την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, μειώνει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και δημιουργεί έναν νέο άξονα διασύνδεσης ανάμεσα στην Ευρώπη και το Ισραήλ.

Η σημασία του έργου υπερβαίνει το ίδιο το ηλεκτρικό καλώδιο. Αγγίζει την ασφάλεια δικτύων, την ενεργειακή διαφοροποίηση και ανεξαρτησία της Ευρώπης, τη δυνατότητα μεταφοράς ενέργειας από την Ανατολική Μεσόγειο προς την ευρωπαϊκή αγορά και τη δημιουργία ενός νέου πλέγματος αλληλεξάρτησης στην περιοχή. Εθελούσιας όμως.

Απώλειες για την Άγκυρα

Η Τουρκία αντιλαμβάνεται πολύ καλά αυτή τη μετατόπιση. Για την Άγκυρα, κάθε ενεργειακός ή εμπορικός διάδρομος που συνδέει Ευρώπη, Ανατολική Μεσόγειο και Κόλπο χωρίς τουρκικό έλεγχο αποτελεί στρατηγικό πρόβλημα. Κάθε νέα υποδομή που περιορίζει την ανάγκη διέλευσης από την Τουρκία μειώνει την επιρροή της.

Αυτό εξηγεί γιατί η Ανατολική Μεσόγειος δεν αποτελεί πλέον μόνο ενεργειακό ζήτημα. Είναι πεδίο ανταγωνισμού επιρροής. Από τη μία πλευρά διαμορφώνεται ένα δίκτυο συνεργασιών ανάμεσα σε Ισραήλ, αραβικά κράτη του Κόλπου, ευρωπαϊκές χώρες και Ηνωμένες Πολιτείες. Από την άλλη, η Τουρκία επιχειρεί να διατηρήσει τον δικό της ρόλο ως αναντικατάστατου περιφερειακού παίκτη.

Η στρατηγική σημασία του άξονα Ισραήλ-ΗΑΕ βρίσκεται ακριβώς εδώ: στο ότι συνδέει ασφάλεια, ενέργεια, τεχνολογία και γεωπολιτική επιρροή σε ένα πλαίσιο. Το Ισραήλ προσφέρει τεχνολογία, πληροφορίες, επιχειρησιακή εμπειρία και αεράμυνα. Τα ΗΑΕ προσφέρουν κεφάλαια, ενεργειακή ισχύ και περιφερειακή εμβέλεια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρουν στρατηγική ομπρέλα, πολιτική κάλυψη και την ικανότητα να μετατρέπουν παράλληλες συνεργασίες σε ευρύτερη περιφερειακή αρχιτεκτονική.

Δεν πρόκειται για επίσημη στρατιωτική συμμαχία. Πρόκειται για κάτι πιο λειτουργικό: ένα σύστημα επικαλυπτόμενων συμφερόντων. Το Ισραήλ χρειάζεται αραβικούς εταίρους που δεν εγκλωβίζονται στη ρητορική της παλιάς Μέσης Ανατολής, η οποία το αποκλείει. Τα ΗΑΕ χρειάζονται τεχνολογία ασφαλείας, επενδυτικές διαδρομές και δυτικά στηρίγματα απέναντι στο Ιράν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται περιφερειακούς εταίρους που μπορούν να στηρίξουν τη δυτική παρουσία χωρίς μόνιμη αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή.

Σε μια εποχή όπου το Στενό του Χορμούζ μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατραπεί σε εργαλείο πίεσης, όπου οι θαλάσσιες διαδρομές γίνονται ολοένα και πιο ευάλωτες και όπου η ενεργειακή ασφάλεια επιστρέφει στο επίκεντρο της γεωπολιτικής, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ρόλο πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθός της.

Ο νέος σιωπηλός άξονας Ισραήλ-ΗΑΕ, με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο βάθος και την ενέργεια στο κέντρο, δεν αφορά, λοιπόν, μόνο τον Κόλπο. Αφορά τη νέα αρχιτεκτονική ισχύος που διαμορφώνεται από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τον Περσικό Κόλπο. Και σε μια Μέση Ανατολή όπου οι θορυβώδεις συμμαχίες συχνά καταρρέουν, οι αθόρυβες συνεννοήσεις μπορεί τελικά να αποδειχθούν οι πιο ανθεκτικές στις κρίσεις.

Επηρέασε η Γάζα; Πώς και πόσο;

Ο πόλεμος στη Γάζα δεν ακύρωσε τη σύγκλιση Ισραήλ-Εμιράτων. Την έκανε πιο δύσκολη πολιτικά, αλλά δεν τη διέλυσε στρατηγικά. Τα Εμιράτα, όπως και άλλες χώρες του Κόλπου, έχουν πλήρη επίγνωση του κόστους που έχει η δημόσια ταύτιση με το Ισραήλ σε περιόδους πολέμου. Η Σαουδική Αραβία είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.

Ταυτόχρονα, όμως, γνωρίζουν ότι η πραγματική απειλή για τη δική τους ασφάλεια δεν προέρχεται από το Ισραήλ αλλά από την ιρανική περιφερειακή αρχιτεκτονική: πυραυλικά προγράμματα, drones, τρομοκρατικά δίκτυα, πληρεξούσιοι μηχανισμοί και δυνατότητα αποσταθεροποίησης κρίσιμων ενεργειακών και θαλάσσιων διαδρομών.

Γι’ αυτό και η συνεργασία Ιερουσαλήμ-Άμπου Ντάμπι δεν εξαφανίζεται. Απλώς αλλάζει ένταση, μορφή και γλώσσα. Λιγότερες φωτογραφίες και δημόσιες δηλώσεις, περισσότερος συντονισμός και περισσότερα κανάλια επικοινωνίας.

Τι έχτισαν Λευκωσία και Άμπου Ντάμπι

Όταν, πριν από κάποια χρόνια, ένα πολυώροφο κτήριο απέναντι από το τότε παλιό ΓΣΠ είχε μετατραπεί σε πρεσβεία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, πολλοί ​​είχαν απορήσει για το τι θα έκανε μέσα σε όλο αυτό το κτήριο η πρεσβεία των ΗΑΕ. Σήμερα πια γνωρίζουμε.

Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, η σχέση Κύπρου-Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων έχει περάσει από το στάδιο της απλής διπλωματικής επαφής σε στρατηγικό και πρακτικό επίπεδο, με αιχμή την ενέργεια, τις επενδύσεις, την υλικοτεχνική υποστήριξη και την τεχνολογία.

Η πιο ουσιαστική εξέλιξη ήρθε τον Ιανουάριο του 2026, όταν Κύπρος και ΗΑΕ υπέγραψαν μνημόνιο στρατηγικής ενεργειακής εταιρικής σχέσης κατά την επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών, Κωνσταντίνου Κόμπου, στα Εμιράτα. Το μνημόνιο προβλέπει τη δημιουργία Στρατηγικής Ενεργειακής Επιτροπής Κύπρου-ΗΑΕ, η οποία θα λειτουργεί ως θεσμικός μηχανισμός συντονισμού κοινών ενεργειακών πρότζεκτ και επενδύσεων.

Το ενδιαφέρον των Εμιράτων επικεντρώνεται κυρίως σε δύο τομείς: το φυσικό αέριο και την ηλεκτρική διασύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου. Η εμιρατινή TAQA έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον για συμμετοχή ή στήριξη του Great Sea Interconnector, του έργου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, συνολικού κόστους περίπου 1,9 δισεκατομμυρίων ευρώ. Το έργο θεωρείται κομβικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η Ε.Ε. έχει ήδη δεσμεύσει χρηματοδότηση 657 εκατομμυρίων ευρώ.

Παράλληλα, η ADNOC —ένας από τους μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους του Κόλπου— έχει δείξει ενδιαφέρον για την κυπριακή ΑΟΖ, είτε μέσω συμμετοχής σε ενεργειακά περιουσιακά στοιχεία είτε μέσω πιθανής εμπλοκής σε μελλοντικό γύρο αδειοδότησης.

Η ενίσχυση της σχέσης δεν περιορίζεται στην ενέργεια. Σύμφωνα με στοιχεία των ΗΑΕ, το μη πετρελαϊκό εμπόριο Κύπρου-ΗΑΕ έφθασε τα 176 εκατομμύρια δολάρια στο εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2025, καταγράφοντας αύξηση 39,4% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Περίπου 1.850 κυπριακές εταιρείες δραστηριοποιούνται ήδη στην αγορά των Εμιράτων.

Ενδεικτικό των όσων γίνονται είναι και το γεγονός ότι οι κυπριακές εταιρείες που είναι μέλη του Dubai Chamber αυξήθηκαν κατά 17,7% μέσα στο 2025, φθάνοντας συνολικά τις 639. Ταυτόχρονα, από το 2020 έως το 2024, οι κυπριακές επενδυτικές ροές προς τα ΗΑΕ ξεπέρασαν τα 420 εκατομμύρια ντιρχάμ, δηλαδή περίπου 114,6 εκατομμύρια δολάρια.

Τον Δεκέμβριο του 2025 συμφωνήθηκε επίσης η δημιουργία Κοινού Επιχειρηματικού και Επενδυτικού Συμβουλίου Κύπρου-ΗΑΕ, με τη συμμετοχή του ΚΕΒΕ, του Invest Cyprus και της Ομοσπονδίας Επιμελητηρίων των ΗΑΕ. Στόχος είναι η μετατροπή της πολιτικής σχέσης σε συγκεκριμένα επενδυτικά και επιχειρηματικά projects στους τομείς της ενέργειας, των υποδομών, της υλικοτεχνικής υποστήριξης, της τεχνολογίας και των ανανεώσιμων πηγών.

Για τα ΗΑΕ, η Κύπρος λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως ευρωπαϊκή πλατφόρμα στην Ανατολική Μεσόγειο: μια χώρα της Ε.Ε. με σταθερό περιβάλλον, πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά και στενές σχέσεις με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Ελλάδα. Για τη Λευκωσία, αντίστοιχα, τα Εμιράτα αποτελούν πηγή κεφαλαίων, ενεργειακής συνεργασίας και πρόσβασης στον Κόλπο.