Ανατριχίλα διαπερνά τις φλέβες του παρατηρητή που ανοίγει το παράθυρο κι αντικρύζει την παντέρημη πόλη όταν ο νόμος κλείνει τους δρόμους της κι απλώνει τη βουβαμάρα στις πλατείες της. Και στη σκέψη του Λεμεσιανού που βγαίνει στο μπαλκόνι του και το νυχτερινό αγιάζι τον περονιάζει, έρχεται από το παρελθόν η ποιητική εικόνα του Ευέλθοντα Πιτσιλλίδη που ως Εύσκιος Πεύκης περιέγραψε το ρίγος της Αθήνας, όταν την πόλη πάτησαν οι Γερμανοί το 1941, ενώ ο κόσμος χωμένος στα σπίτια του έτρεμε στο άκουσμα της μπότας που βροντούσε την Χιτλερική κατοχή και άνοιγε στην Ελλάδα ολάκαιρη ένα απέραντο πολεμικό κοιμητήριο μισού εκατομμυρίου νεκρών που έπεσαν στις μάχες, πιστοί στο κάλεσμα της πατρίδας. Ο Πεύκης είτε γιατί βρέθηκε στην Αθήνα την πρώτη κατοχική νύχτα, είτε γιατί ο ποιητικός του στοχασμός χρωμάτισε την εικόνα της πόλης που την πόρτα της χτύπησε η σιδερένια γροθιά του επελαύνοντος κατακτητή που αφάνισε με τη βαναυσότητά του ένα λαό συνηθισμένο να πίνει το κρασάκι του στον ίσκιο της Ακρόπολης και να γλυκοτραγουδά με τους εσπερινούς ήχους της καμπάνας της Καπνικαρέας τους καημούς σαν η μελανή νύχτα σκέπαζε τον Παρθενώνα κι ο γκιόνης έκρωζε τη μέρα που χανόταν στο σκοτάδι της γερμανοκρατίας.
Έβλεπε ο ποιητής την νεκρωμένη πόλη να σφίγγει την καρδιά της και να ρένει με τα δάκρυά της έναν Επιτάφιο που σκέπαζε την ζωή: «Σαν μπήκανε οι Γερμανοί βρήκαν κλειστές τις πόρτες, τις στράτες αδειανές»…Ένιωθε την πόλη κλειδαμπαρωμένη στα σπίτια της να προετοιμάζει με την πανάρχαιη τακτική της την αντίσταση στον εισβολέα, όπως στη διαδρομή των αιώνων με τις βαρβαρικές επελάσεις των Περσών, των Νορμανδών, των Παπικών, των Τούρκων, να εφορμούν και ν’ αρπάζουν από τα στόματα των νεκρών το καρβέλι της κατοχής, των Ιταλών φασιστών πρώτα και των Γερμανών Ναζιστών ύστερα. Κι αργότερα των Άγγλων «συμμάχων» που καταλάμβαναν την χώρα βομβαρδίζοντάς την εξ ονόματος των πολεμίων του Χιτλερικού θηρίου. Και στη μνήμη του Λευκωσιάτη ζωντανεύει η εικόνα της πόλης που λαιμόπνιγε ο εγγλέζικος στρατός οκτώ μέρες, μετά την επίθεση της ΕΟΚΑ στην οδό Λήδρας και τον θάνατο 2 αξιωματικών που «ήλθαν στο νησί να συλλάβουν τον Διγενή», όπως επαίρονταν από το ραδιόφωνό τους. Εδώ στην Κύπρο εμπειρικά καταλάβαιναν τα βάσανα των Αθηναίων που διψούσαν και δεν μπορούσαν να βρουν νερό, που πεινούσαν και δεν έβρισκαν φαγητό, που κινδύνευαν αν τολμούσαν να ξεμυτίσουν από το σπίτι ν’ ανασάνουν μια καλημέρα. Είναι οικεία η σημερινή εικόνα της πόλης με τις νύχτες του 1956 κι εκείνες της Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα.
Βέβαια ο σημερινός εγκλεισμός αποφασίζεται από την Πολιτεία για το καλό του κόσμου. Για την αποφυγή του θανατικού από την πανδημία του Κορωνοϊού. Αλλά οι δοκιμασίες μοιάζουν. Δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις, νιώθεις το βάρος της πίεσης στην ψυχή, την αγωνία της πιθανότητας να διεισδύσει στο σπίτι ύπουλος ο θάνατος από έναν επισκέπτη, η από οποιονδήποτε που σε θυμάται κάθε φεγγάρι και θέλει κουβέντα με άκρατον οίνον.
Τότε, στην αγγλοκρατία, ο λαός δεν δυσανασχετούσε. Δεν διαμαρτυρόταν. Γιατί μετέτρεπε τον πόνο σε όπλο που η αιχμή του άγγιζε την καρωτίδα του κατακτητή. Ο κόσμος, εμπνευσμένος από τα υψηλά ιδεώδη ης ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της ανάγκης, έσφιγγε την καρδιά και τη γροθιά, έκανε λάβαρο τον πόθο και τον ύψωνε στον Πενταδάκτυλο, για να κυματίζει στον αγέρα και να διαμηνύει στα πέλαγα την αγωνιστική απόφαση της λευτεριάς που για χάρη της έρεε το αίμα των ηρώων σπονδή, για να δροσίζει την άνοιξη που θα ερχόταν με τη νίκη. Ο κόσμος άντεχε γιατί πίστευε στο πεπρωμένο του. Δεν μαζευόταν στα περιθωριακά καταφύγια για να ναρκώνεται και να βρίζει, να αμφισβητεί, να ασχημονεί, να βομβαρδίζει τους φύλακες του νόμου και να λιθοβολεί την πυροσβεστική που τρέχει να σώσει τους εμπρηστές της πόλης… Τότε, στην κατοχή, στην αγγλοκρατία, ο άνθρωπος πολεμούσε με τα όπλα και τα χέρια για τους ιερούς του σκοπούς. Και αντιμετώπιζε το ικρίωμα ή τη φυλακή. Τώρα συνειδητοποιεί ότι οφείλει να πολεμά με τον νου, για να κατανικήσει την αρρώστια, όπως τα χρόνια της πανούκλας, του τύφου, της φυματίωσης. Να λυτρώσει την οικογένειά του, την κοινωνία του, από τον θάνατο. Κι αντί η αυτοθυσία του να επικεντρώνει την κοινή ευγνωμοσύνη, προκαλεί την αντίδραση όσων έμεναν αποχαυνωμένοι έναντι της τουρκοκρατίας και τώρα αντιδρούν με χυδαία έχθρα εναντίον της πρωτοπορίας για απαλλαγή από την πανδημία. Μήπως σημαίνει η ώρα αντιστροφής της διαμαρτυρίας με τα ίδια τα μέσα που χρησιμοποιεί η ιδία εναντίον της κοινωνίας που μάχεται το κακό; Μήπως πρέπει οι πέτρες, οι εμπρηστικές, οι θυμοί, οι χλευασμοί, να στραφούν αντίσταση εναντίον των στοιχειακών των πεζοδρομίων; Μήπως ήρθε η ώρα να αναλάβει η δεινοπαθούσα κοινωνία τις ευθύνες της πατάσσοντας την ανευθυνότητα; Γιατί, στο κάτω-κάτω, περαιτέρω ανοχή θα εκληφθεί σαν κοινή συνενοχή και μαζοχιστική υπόκλιση στην κακοποιό βλακεία, που στους καιρούς μας αντιμετωπιζόταν με στερακόβεργες…Παλιά οι στερακόβεργες και οι φοινικόκλωνοι έκαναν θαύματα.