Γνωρίζουμε τον Αριστοτέλη ως φιλόσοφο, στοχαστή και επιστήμονα και συχνά παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι ο Σταγειρίτης φιλόσοφος πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του διδάσκοντας (όχι μόνο τον Αλέξανδρο). Όντας ευκατάστατος, μαθήτευσε αρχικά στην Ακαδημία του Πλάτωνα και στη συνέχεια αφοσιώθηκε για πολλά χρόνια στη διδασκαλία. Αυτό άλλωστε έκαναν και οι περισσότεροι φιλόσοφοι. Ήταν δάσκαλοι και είχαν μαθητές. Τα σωζόμενα έργα του Αριστοτέλη αντικατοπτρίζουν την διδασκαλία του, λόγω του ότι πρόκειται για τα λεγόμενα «ακροαματικά» ή «εσωτερικά», δηλαδή τις προσωπικές σημειώσεις που ο ίδιος ο φιλόσοφος χρησιμοποιούσε για να διδάξει. Η παράξενη αυτή συγκυρία δεν αποβαίνει σε καμία περίπτωση αρνητική, καθώς, τα εν λόγω έργα εκθέτουν αφενός το σύνολο της αριστοτελικής φιλοσοφίας και αφετέρου μας προσφέρουν την μοναδική ευκαιρία να παρακολουθούμε από πρώτο χέρι την διαδρομή της αριστοτελικής διδασκαλίας. Δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε την δομή και συνοχή της σκέψης, την αυστηρότητα στην έκφραση, την ακριβολογία του επιστημονικού λόγου που πρώτος εγκαινιάζει ο Αριστοτέλης. Μπορεί στα «εξωτερικά» χαμένα έργα ο Αριστοτελικός λόγος να έρεε «σαν ένα χρυσό ποτάμι», κατά την παρομοίωση του Κικέρωνα (Πλουτάρχου, Βίοι, Κικέρωνας, 24), αλλά ο σημερινός αναγνώστης των «σημειώσεων» του φιλοσόφου μένει εξίσου έκπληκτος από την αντικειμενικότητα και τον ορθολογισμό του «κοινού νου» που ο φιλόσοφος αντιπροσωπεύει. Σε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα βιβλία του, το Α΄ των Μετά τα Φυσικά, ξεκινά με την κατάφαση «Όλοι οι άνθρωποι διψούν για γνώση». Η σκέψη του κινείται με γοργό ρυθμό, χωρίς να εγκαταλείπεται ούτε για μια στιγμή ο ειρμός. Θέλει να φτάσει στα αίτια των πραγμάτων, αλλά η εισαγωγή είναι απαραίτητη. Η αγάπη μας για τις αισθήσεις και ειδικά για την όραση είναι γεγονός, αποφαίνεται ο Αριστοτέλης, εντούτοις χωρίς την συμβολή της μνήμης δεν υπάρχει ικανότητα για μάθηση. Αλλά η μνήμη δεν επαρκεί. Χωρίς τη συμβολή της εμπειρίας, γνώση δεν μπορεί να υπάρξει. Είναι τότε η εμπειρία αρκετή ως γνώση; «Οι άνθρωποι που στηρίζονται στην εμπειρία ξέρουν τι συμβαίνει, όχι όμως γιατί συμβαίνει. Οι άλλοι πάλι γνωρίζουν και το γιατί και την αιτία […] Κριτήριο εν γένει αυτού που γνωρίζει και αυτού που δεν γνωρίζει είναι το αν μπορεί να διδάσκει. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θεωρούμε ότι η τέχνη (στην αρχαιότητα είχε πολύ πιο ευρεία έννοια από ό,τι σήμερα) είναι περισσότερο επιστήμη (γνώση) από ό,τι η εμπειρία, επειδή οι πρώτοι έχουν την ικανότητα να διδάσκουν, ενώ οι άλλοι όχι.» Μετά τα φυσικά 981 a28-b8

Ο Αριστοτέλης κατέχει την ικανότητα της διδασκαλίας. Σε κάθε «μάθημα» γνωρίζει τι θέλει να διδάξει. Στο πρώτο βιβλίο των Μετά τα φυσικά παρουσιάζονται οι θέσεις των Προσωκρατικών, των Πυθαγορείων, των Ελεατών και του Πλάτωνα. Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν τη φιλοσοφία ως μοναχική υπόθεση. Για τον Αριστοτέλη κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Πάντοτε συνδιαλλάσσεται με τους «αρχαίους» όπως τους ονομάζει, αυτοί είναι η αφετηρία της σκέψης του. Η διδασκαλία ξεκινά από εκεί.  Αναμφίβολα, θέλει να πείσει το ακροατήριο για την ορθότητα της δικής του θέσης. Για τον λόγο αυτό, δεν διδάσκει μόνο αυτό που ο ίδιος πρεσβεύει, η διδασκαλία του δεν στοχεύει μόνο στην αποδοχή της δικής του θεωρίας. Για να φτάσει στο εμφατικό α΄ πληθυντικό πρόσωπο «εμείς πιστεύουμε» (ημείς δε φαμέν) προκαλεί τους μαθητές του, έχοντας εκθέσει πρώτα όλες τις προηγούμενες θεωρίες. Πολλές φορές θέτει ερωτήματα που οδηγούν σε αντίθετες θέσεις από τη δική του, ώστε να καταδείξει τα λάθη, άλλες φορές τα ερωτήματα είναι ρητορικά, ενίοτε χρησιμοποιεί παραδείγματα με άτομα από το ακροατήριό του. 

Ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει τη διδασκαλία ως πρόκληση, δεν διδάσκει απλώς θεωρίες. Δεν επιθυμεί οι μαθητές του να αποστηθίσουν τη θεωρία του, αλλά να σκεφτούν. Και, φυσικά, να τον ξεπεράσουν.

*Η Δρ Έλσα Νικολαΐδου διδάσκει Φιλοσοφία στο Med High