Εχθές μια φίλη ανακοίνωσε ότι κλείνει το μαγαζί της στην οδό Ρηγαίνης της εντός των Τειχών Λευκωσίας. Λίγες βδομάδες προηγουμένως, έκλεισε το παραδίπλα μαγαζί, της μητέρας της, όπου για δεκαετίες έτρωγαν ακόμα και μέχρι τα ξημερώματα οι Λευκωσιάτες. Πάντα με χαμόγελο, χαμόγελο αληθινό, χαμογελούσαν και τα μάτια της, χαιρετούσε τους πελάτες της! Η Λευκωσία μας έχασε. Όλοι χάσαμε.

Στη θέση του μαγαζιού αυτού, πιθανότατα θα ανοίξει μια νέα φρουταρία, ή ένα μπάρμπερ σιόπ ελευθέρου ωραρίου (από τα νέα που δεν έχουν ούτε παροχή νερού), ή ένα κατάστημα με είδη κινητής τηλεφωνίας και άλλα μασκαραλίκια που εύκολα καταλήγουν στο γενικό όγκο σκυβάλων. Δέκα φρουταρίες στην οδό Ρηγαίνης. Ούτε χαμόγελα, ούτε τίποτε. Κυλίνδροι γκαζιού στα πεζοδρόμια, κάσιες φθαρμένων φθαρτών, πρόσωπα σκυθρωπά, αλέθεται κεϊμάς δίπλα στην ταμειακή που δεν ανάβει, πωλείται μπίττερ γκρας, γιού μπρέικ άι φίξ (πρώην φίξ γιούορ κρακ) κινητά τηλέφωνα, κολλούνται περούκες και εξτένσιονς, το καλημέρα το ξεχάσαμε, θυμός, απελπισία και μάνι τράνσφερ.

Καυγάδες κάθε βράδυ. «Ρε η Ρηγαίνης εν ποσπασμένη.» Ο τόπος μας είναι ποσπασμένος. Και όμως κάποιοι που ήδη άρχισαν προεκλογική για τις θέσεις του Δημάρχου, του Αντιδημάρχου και των Δημοτικών Συμβούλων της Λευκωσίας (δειλά δειλά θα έλεγαν κάποιοι που δεν τους ξέρουν, αλλά κάθε άλλο, ξεδιάντροπα το κάνουν) και τρέχουν σε κηδείες, μνημόσυνα, τελετές και εκδηλώσεις (όπου το ανθρώπινο πνεύμα έχει συντριφθεί ή απουσιάζει) προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο πως «κερδίσαμε το στοίχημα», αφού μετρούν κάποιες θητείες στο Δημοτικό Συμβούλιο. Ποιό στοίχημα; Παίζουν με τις ζωές του κόσμου! Έστησαν ένα αρρωστημένο παιχνίδι, κάτι μεταξύ Ρουλέτας και Μονόπολης· και βάζουν τα χέρια τους στις τσέπες μας, γραπώνουν όσα βρίσκουν για να τα παίξουν! Ακόμα και από το πιάτο μας αρπάζουν φαΐ και το ρίχνουν στην αθλιότατη και ολοπούρπουλλη τσόχα που χρησιμοποιείται εναλλακτικά μια για τζόγο και μιαν ως βωμός. Και ό,τι σφάξουν, το καταβροχθίζουν. Για πλάκα παίζουν, για να γελάσουν μαζί μας. Στο τέλος τα μοιράζονται όλα, όπως οι ύαινες που δεν αφήνουν ούτε κόκαλο και πυκνά συχνά αλληλοτρώγονται.

Χαμογελούν με γυάλινα μάτια, οι μάσκες τους έχουν κολλήσει στα πρόσωπα τους. Παραπλανούν τον κόσμο για να στρέφουν το θυμό αλλού. «Οι μετανάστες και οι αιτητές ασύλου πήραν όλα τα μαγαζιά στη Ρηγαίνης.» Ναι, είναι αλήθεια. Πήραν σχεδόν όλα τα μαγαζιά και από ουδεμία Αρχή ελέγχονται. Γιατί όμως να προτιμούν να δώσουν ακόμα και €50.000 «αέρα», για ένα μικρό μαγαζάκι με αρκετά ψηλό ενοίκιο (και πού βρίσκουν αυτά τα χρήματα), αντί να πάρουν ένα μεγάλο μαγαζί σε έναν κεντρικό πεζόδρομο, χωρίς αέρα, χωρίς ψηλό ενοίκιο, ίσως ένα από τα 100 άδεια μαγαζιά στην οδό Λήδρας και την οδό Ονασαγόρου; Θα απαντήσει αυτό το ερώτημα ο τύπος που ήθελε πάσει θυσία την «ανάπλαση» της οδού Ρηγαίνης (και κλαίει και οδύρεται για να γίνει αύριο Δήμαρχος); Υπάρχει έγκλημα; Ναι, βέβαια υπάρχει. Και ορατό και αόρατο. Κάποιοι κάνουν ό,τι θέλουν. Όμως για να κάνει ένας ό,τι θέλει, πρέπει να τον ανέχεται αυτός που έχει την ευθύνη να τον σταματήσει. Και η ανοχή είναι εξαιρετική σε κάποιες περιπτώσεις. Όπου υπάρχει επικίνδυνη παρανομία, πορνεία και εκμετάλλευση, ναρκωτικά, βρωμιά και δυσωδία, οι Αρχές κλείνουν τα μάτια.

Και τί φταίει αυτός ο άνθρωπος που ήρθε από μακριά και έκανε ό,τι μπορούσε για να επιβιώσει σε ένα τόπο που κάποτε φημιζόταν για τη φιλοξενία του; Σε έναν τόπο του οποίου ο λαός ήταν υποτελής στους ίδιους δυνάστες που έχουν διαλύσει και τον τόπο από τον οποίο ήρθε; Και πώς θα γίνει αυτός, ο ξένος, ντόπιος εφόσον αποφασίσουν κάποιοι ότι δικαιούται να μείνει εδώ; Πώς θα ενσωματωθεί όταν τον περιορίζουν σε τόπους με «δικούς του», αφήνοντας τον να κάνει «ό,τι θέλει» (από τις λίγες επιλογές που έχει, με τις κυριότερες να είναι «να πεινάσω» ή «να κλέψω»), ώστε να τον ταλαιπωρούν και να τον εκμεταλλεύονται οι «δυνατοί δικοί του» που έχουν πίσω τους ένα «δυνατό δικό μας»; Υπόκοσμος υπάρχει και αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Είναι λογικό κάποιοι Αιτητές Διεθνούς Προστασίας να έχουν προσχωρήσει, να έχουν τραβηχθεί ή να έχουν ωθηθεί, μέσα. Δεν μπορούμε, είναι παράλογο και ανεπίτρεπτο, να γενικοποιούμε μιαν κατάσταση και να κατηγορούμε λαούς ολόκληρους, πως είναι όλοι επικίνδυνοι, εγκληματίες και άλλα απαίσια, με τρόπο που ξεπερνά τα όρια της γελοιότητας. Εγκληματίες είναι οι «δικοί μας» που άφησαν συνειδητά, μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε έσπρωξαν, την κατάσταση να φθάσει εδώ που έφθασε.

Δημιουργήθηκε Πολιτικό Κόμμα και εξέλεξε άτομα στη Βουλή των Αντιπροσώπων, εκμεταλλευόμενο αυτήν την κατάσταση! Πάτησε στον πόνο των ανθρώπων, των ευάλωτων, των πραγματικά αδικημένων και αυτών που ένοιωθαν αδικημένοι, που δεν κατανοούσαν ποιός φταίει, ποιόν πρέπει να κατηγορήσουν. Οι «πρωτοστάτες» του πάτησαν πάνω στους ίδιους τους ανθρώπους από τους οποίους ζητούσαν στήριξη· και τους ξεγέλασαν. Χρειάζεται ένα πολύ ιδιαίτερο είδος ποθκιαντροποσύνης για να εκμεταλλευτείς έναν αδύνατο. Το έχουν. Αυτό που δεν έχουν είναι προτάσεις και λύσεις, καλές ιδέες, ειλικρίνεια και όρεξη για δουλειά. Μόνο σπέρνουν μίσος. Αλλά για να τα έχουν καταφέρει, χρειάστηκαν τη στήριξη του κατεστημένου, των μεγάλων κομμάτων της «Δεξιάς» και της «Αριστεράς», τους «Εθνικόφρονες» και τα «Κουμμούνια» (όπως αναφέρεται η μια πλευρά στην άλλη χαριτολογώντας), που πέταξαν τον κόσμο να χαθεί στην απελπισία, ώστε τελικά να πιαστεί από όποιον άλλον του έδιδε ψεύτικες υποσχέσεις. Οι «πρώτοι» του επικίνδυνου αυτού Πολιτικού Κόμματος, λαϊκίζουν όπως τον πρώτο των Φαρισσαίων ενώ ενστερνίζονται θέσεις που η κοινωνία απέρριψε προ πολλού, μάλιστα έγιναν πολέμοι και αγώνες για να γλιτώσουμε από αυτές.

Για το κακό που μας βρίσκει, φταίμε εμείς. Εμείς έχουμε ψήφο, έχουμε φωνή. Αν το αποφασίσουμε, έχουμε τη δύναμη να αλλάξουμε τα πάντα. Σίγουρα δεν φταίνε οι χιλιάδες μετανάστες από τρίτες χώρες που υποφέρουν μαζί μας, αυτοί που δεν έχουν ούτε ψήφο, ούτε φωνή, στους οποίους ίσως συγκαταλέγονται και οι άγνωστοι «τρεις μαύροι που μάλλον ποτέ δεν έφτασαν» στο σπίτι της Ατταλίδου, όπου τους έστειλε ο Θεμιστοκλέους (ο μοναδικός που ξέρει ποιοί είναι). Ο Θεμιστοκλέους των 190 ΧΑΩ, ο Θεμιστοκλέους ο «Ξέρεις ποιός είμαι εγώ;» ο Θεμιστοκλέους ο «πρόσφυγας της Δεξιάς» και «Αιτητής Προστασίας της Ακροδεξιάς» που τελικά εξοστρακίστηκε ακόμα και από το βάραθρο της κοινωνίας.

Στέλνουμε έναν αγωνιστή, έναν ήρωα, στη Γερμανία για να φαγωθεί κατ’ εντολήν της Τουρκίας, κρατάμε τον Θεμιστοκλέους και γεμίζουμε τα ΜΜΕ με τη φάτσα του.

Μάλλον έμαθε όσα ξέρει (πραγματικά, όλα όσα ξέρει) παρακολουθώντας «ταινίες ακατάλληλες για ανηλίκους» μόλις ανακάλυψε το βίντεο, έτσι θεωρεί πως χρειάζονται τρεις μαύροι για να «κάμουν καλά» κάποιον που εκφράζεται ανοικτά από το βήμα της Βουλής. Μας έδωσε να καταλάβουμε ότι στη θεωρία μπορεί να πιάννει τη βάση, στην πρακτική όμως πάσχει. Ίσως να φταίει και το ότι τον καιρό του δεν είχαν σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στα σχολεία, έτσι μετά το πρώτο μετροφύλλημα των περιοδικών του, κολλούσαν οι σελίδες και δεν μπορούσε να ξαναδιαβάσει το κείμενο του περιθωρίου ή να μελετήσει τις παραστατικές εικόνες. Θέλει ένα χωριό να τον κάμει καλά και να του μάθει αυτά που δεν ξέρει. «It takes a village to raise a child» λαλεί το Αφρικανικό ρητό, μεταφρασμένο στη γλώσσα της Αυτοκρατορίας που το έκανε γνωστό.

 

Αντώνης Κουππαρής

Μέλος της Πολιτικής Επιτροπής του Κινήματος Οικολόγων – Συνεργασίας Πολιτών