Η νέα μεγάλη πρόκληση, κυρίως για το συνδικαλιστικό κίνημα, διασυνδέεται με την ολιστική αξιοποίηση του θεσμικού πλαισίου του κοινωνικού διαλόγου και της διμερούς και τριμερούς συνεργασίας, όπως και τη βελτίωση του υποβάθρου διαχείρισης των εργασιακών σχέσεων.
Αυτή η νέα προοπτική προάγεται μέσα και από την πρόσφατη απόφαση της ΕΕ, η οποία διασυνδέεται και με τον Ευρωπαϊκό Κατώτατο Μισθό, για επέκταση της κάλυψης των εργαζομένων μέσω των συλλογικών συμβάσεων, σε ποσοστό της τάξης του 80%, διασφαλίζοντας σαφώς και τις νέες μορφές απασχόλησης, δίνοντας έμφαση στην πάταξη φαινομένων που διασυνδέονται με την ψευδοαυτοαπασχόληση και την εκμετάλλευση των εργαζομένων πλατφόρμας, όπως και των εργαζομένων γενικότερα.
Πρωτίστως λοιπόν, θα πρέπει να διασαφηνιστεί πως, οι μισθοί δεν δημιουργούν πληθωρισμό, όπως καταδεικνύεται και από την πρόσφατη ανακοίνωση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας. Τουναντίον, οι μισθοί είναι αυτοί που συμβάλλουν στη βελτίωση του ανθρώπινου δυναμικού, στην αύξηση της παραγωγικότητας και κατ’ επέκταση της ίδιας της ανταγωνιστικότητας, συνδράμοντας στην ενίσχυση της κατανάλωσης, στη στήριξη της πραγματικής οικονομίας και στη δημιουργία συνθηκών ώθησης της ανάπτυξης, στο πλαίσιο της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.
Αυτό που θα πρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από το σύνολο των κοινωνικών εταίρων, τα πολιτικά κόμματα, την κυβέρνηση και βεβαίως από τις ίδιες τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους, είναι η αλλαγή πορείας σε ότι αφορά τις εργασιακές σχέσεις. Αυτή η αλλαγή πλεύσης αντικατοπτρίζεται σαφώς και μέσα από μία βασική πρόνοια της Οδηγίας για τον Ευρωπαϊκό Κατώτατο Μισθό (Άρθρο 4.2), που ορίζει πως όλα τα Κράτη Μέλη των οποίων η κάλυψη μέσω συλλογικών συμβάσεων βρίσκεται κάτω από το 80%, θα πρέπει να καθορίσουν ένα σχέδιο δράσης για προώθηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Κυρίαρχος στόχος, θα πρέπει να είναι η δημιουργία συνθηκών ποιοτικών και αξιοπρεπών όρων απασχόλησης, λαμβάνοντας υπόψη και την απαραίτητη διασύνδεση με το κόστος διαβίωσης και το βιοτικό επίπεδο.
Η Οδηγία καθορίζει ρητά πως, τα σχέδια δράσης θα πρέπει να καθορίζουν ένα σαφές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, καθώς και συγκεκριμένα μέτρα για σταδιακή αύξηση της κάλυψης μέσω συλλογικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD), η Κύπρος παρουσιάζει κάλυψη μέσω της συλλογικής διαπραγμάτευσης στο 43% και βρίσκεται στην 16η θέση ανάμεσα στα 27 Κράτη Μέλη.
Τα διαφορετικά δεδομένα που επικρατούν ανάμεσα στα Κράτη Μέλη, επιβεβαιώνουν την αναγκαιότητα πως, η κάθε χώρα θα πρέπει να σχεδιάσει το δικό της στρατηγικό πλάνο. Σε ότι αφορά την Κύπρο, θα μπορούσαν να συζητηθούν και αξιοποιηθούν συγκεκριμένες εισηγήσεις, στην προσπάθεια καλύτερου σχεδιασμού της στρατηγικής, αναδεικνύοντας και ενισχύοντας την κοινωνική οικονομία της αγοράς. Οι βασικοί άξονες θα πρέπει να διασυνδέονται με:
Την εμπέδωση, ενίσχυση και δημιουργία δομών κλαδικής συλλογικής διαπραγμάτευσης, όπως ξεκάθαρα ορίζεται στο Άρθρο 4.1(a) της Οδηγίας για τον Ευρωπαϊκό Κατώτατο Μισθό. Παράλληλα, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα ενίσχυσης της διαπραγμάτευσης σε επιχειρησιακό επίπεδο, εκεί όπου αυτό κρίνεται πιο αναγκαίο.
Τη διασύνδεση των δημοσίων συμβάσεων με τις συλλογικές συμβάσεις, αξιοποιώντας και την Οδηγία για τις δημόσιες προμήθειες, στη βάση και της Ευρωπαϊκής εκστρατείας στην οποία συμμετέχει και η ΣΕΚ, έτσι ώστε καμία δημόσια σύμβαση να μην κατακυρώνεται χωρίς την προηγούμενη υιοθέτηση και εφαρμογή των προνοιών των αντίστοιχων συλλογικών συμβάσεων. Η ξεκάθαρη αναφορά του Επιτρόπου Απασχόλησης και Κοινωνικών Δικαιωμάτων στο πρόσφατο συνέδριο της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων στο Βερολίνο, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και να αξιοποιηθεί ανάλογα.
Την ενίσχυση του δικαιώματος πρόσβασης των συντεχνιών στις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος ψηφιακής πρόσβασης και καθορισμός πιο αυστηρών κριτηρίων σε σχέση με τα χαρακτηριστικά που θα διέπουν τις συντεχνίες στον χώρο εργασίας, έτσι ώστε να αποτραπεί το φαινόμενο των κίτρινων συντεχνιών που ιδρύονται τοπικά από τους ίδιους τους εργοδότες για αυτονόητους λόγους.
Την αξιοποίηση και ενίσχυση της Ενιαίας Υπηρεσίας Επιθεωρήσεων, έτσι ώστε να γίνεται επαρκής έλεγχος της εφαρμογής των προνοιών των συλλογικών συμβάσεων, αποτρέποντας επιλεκτική ή αποσπασματική υλοποίηση των υποχρεώσεων από τους εργοδότες.
Η ΣΕΚ, έχοντας συμμετάσχει στη συζήτηση που προηγήθηκε στην Εκτελεστική Επιτροπή της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUC), όπως και στο πρόσφατο Συνέδριό της, είναι έτοιμη να εμπλακεί σε ένα στοχευμένο και δομημένο διάλογο, μαζί με τους υπόλοιπους κοινωνικούς εταίρους, έτσι ώστε μέσα από τον σχεδιασμό της στρατηγικής για ενίσχυση, επέκταση και εδραίωση του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων, να τεθεί η αγορά εργασίας, όπως και οι εργασιακές σχέσεις σε μια πιο αναβαθμισμένη βάση.
Αναντίλεκτα, η επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου, θα στηρίξει τους εργαζόμενους, σαφώς όμως και τις σωστές επιχειρήσεις προστατεύοντάς τις από τον αθέμιτο και ευκαιριακό ανταγωνισμό.
Τέλος, μια τέτοια εξέλιξη, θα λειτουργούσε καταλυτικά και στη στόχευση για επέκταση των εργαζομένων που είναι δικαιούχοι στο ωφέλημα της ΑΤΑ, η οποία αποτελεί βασική πρόνοια και σαφές συμβατικό δικαίωμα των εργαζομένων. Οι όποιες ατυχείς τοποθετήσεις σε ότι αφορά τον στόχο της πλήρους αποκατάστασης του θεσμού, ιδιαίτερα από κρατικούς αξιωματούχους, θα πρέπει να αποφεύγονται καθώς αλλοιώνουν το αποτέλεσμα και αποπροσανατολίζουν την πορεία της όλης κατάληξης, όπως προδιαγράφεται μέσα από το πλαίσιο της Μεταβατικής Συμφωνίας του 2017, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε από την Συμφωνία του Μαΐου 2023.
*Γενικός Γραμματέας ΣΕΚ.