Στους έσχατους καιρούς, βιώνουμε έντρομοι την καταστροφική μανία της φύσεως. Και τούτο ως αποτέλεσμα του βιασμού της. Της ανατροπής, δηλαδή, της τάξεως της φύσεως και του κόσμου, εξαιτίας της ανθρώπινης υπεροψίας και μέθης. Της δίψας του κέρδους. Της αποϊέρωσης του βίου μας.
Καθώς έχουμε περιπέσει προ πολλού στην κατάσταση της μέθης και της υπεροψίας και της ύβρεως, ζούμε ή επιστρέφουμε ξανά στη λησμονημένη συντριπτική δύναμη της φύσεως. Παρακολουθούμε, τώρα, αμήχανοι και ενεοί, σχεδόν αποσβολωμένοι, να επιστρέφει η φύσις με τις απελευθερωμένες πλέον δυνάμεις της και να μας τιμωρεί. Είναι το άλογο πια στοιχείο, που αδυνατούμε να διαχειριστούμε και να αντιμετωπίσουμε. Όσα βιώνουμε σήμερα είναι τρομακτικά. Και αποκαλύπτουν εντέλει την αθλιότητά μας, αλλά και τη μικρότητα και την αδυναμία μας. Την αμηχανία μας μπροστά σε δυνάμεις που δεν μπορούμε πια να ελέγξουμε ή να διαχειριστούμε. Ως άλλοι «μαθητευόμενοι μάγοι.» Για να καταστεί ο κόσμος που ζούμε ένα τοπίο εφιαλτικό.
Αυτή την παντοδυναμία της φύσεως την ανέδειξε και προσέγγισε με δέος και με φόβο, γνωρίζοντας την καταστροφική της οργή, η παράδοση της ελληνικής φιλοσοφίας. Κάτι που η σύγχρονη εποχή και όλοι εμείς, ως μωροί ή «νήπιοι», γιά να θυμηθούμε τον λόγο του Ομήρου, είχαμε αγνοήσει και περιφρονήσει.
Σκέφτομαι πως η φιλοσοφία στις μέρες καλείται να αναζητήσει και να επαναδιατυπώσει ένα άλλο λόγο. Να πιάσει και να αναδείξει εξ υπαρχής μια νέα φιλοσοφία της φύσεως, ακουμπώντας στη λησμονημένη ιερότητα της φύσεως και του κόσμου. Ξεκινώντας απο όσα μας παρέδωσε ο ξεχασμένος λόγος των αρχαϊκών φιλοσόφων. Να αφήσει όλα όσα ανόητα ανέδειξε ο σύγχρονος φιλοσοφικός σχολαστικισμός και ακαδημαϊσμός, καθηλωμένος στο δυτικό ρασιοναλισμό και σε όλα εκείνα, που απομάκρυναν τον φιλοσοφικό λόγο από το ουσιώδες. Από τα καίρια ζητούμενα και ερωτήματά της.
Σκέφτομαι πως τα πρώτα κείμενα της ελληνικής φιλοσοφίας που αναζητούσαν την αρχή των όντων ξεκινούσαν από το ερώτημα περί της φύσεως. Και δεν είναι τυχαίο πως τα πρώτα εκείνα κείμενα έχουν τον ενδεικτικό τίτλο «Περί Φύσεως». «Περί Φύσεως» ο Ηράκλειτος και «Περί Φύσεως» ο Παρμενίδης, αλλά και ο Εμπεδοκλής. Έτσι ενδεικτικά.
Η φύσις είναι το σκοτεινό στοιχείο εν τω κόσμω. Το γεμάτο μυστική δύναμη, που είναι συντριπτική και καταστροφική. Όταν συμβεί να διασαλευθεί η τάξις της φύσεως, τότε αποδεσμεύονται οι μυστικές της δυνάμεις, που καθίστανται εντέλει συντριπτικές. Καταστροφικές. Αυτό μας δίδαξε η αρχετυπική αρχαϊκή σκέψη, που πατούσε στα σκοτεινά και αθέατα τοπία του μύθου, που ιστορούσε το άρρητο με μια άλλη σημαντική, ακατανόητη από την ορθολογίζουσα σκέψη μας. Δεν είναι τυχαίες οι μυθικές αναφορές στην Τιτανομαχία, με τη Θεογονία, με τις τερατώδεις δυνάμεις να εγκλείονται στα Τάρταρα. Για να καταλάμψει το φως και η τάξη του κόσμου με την καθαρότητά της.
Κι ακόμα, όπως μας δίδαξε ο Χάϊντεγγερ σχολιάζοντας τον Ηράκλειτο, η φύσις είναι ο ίδιος ο Θεός. Γι’ αυτό και «φύσις κρύπτεσθαι φιλεί». Όλη η αρχαία Ελληνική Θεολογία επικεντρώνεται στη διαφύλαξη και το σεβασμό της τάξεως του κόσμου, φυσικής και ηθικής. Έτσι στην αρχαία τραγωδία όποιος υπερβαίνει το μέτρο, όποιος διασαλεύει αυτή την τάξη, συντρίβεται διά την ύβριν. «Ύβριν χρη σβεννύναι ή πυρκαϊήν», λέει ο Ηράκλειτος. Η συντριβή του ήρωος στην αρχαία τραγωδία συντελείται, προκειμένου να αποκατασταθεί η ανατραπείσα φυσική και ηθική τάξις. Γι’ αυτό κι η επερχόμενη κάθαρσις «των τοιούτων παθημάτων». Και τούτο «δι’ ελέου και φόβου».
Τόσο ο έλεος όσο και ο φόβος εξέλιπαν από το βίο μας σε ένα κόσμο αποϊέρωσης. Ο κόσμος είναι πλέον ανίερος. Και κατά τούτο δαιμονικός, για να μιλήσουμε και με τους όρους της Χριστιανικής Θεολογίας. Έτσι την φύση θα πρέπει να την προσεγγίζουμε με δέος και φόβο και σεβασμό. Ως μέγεθος εξόχως ιερό. Αλλά και με αγάπη. Έτσι προσεγγίζουμε και τον Κύριο των πάντων, μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης.
Επιστρέφω, λοιπόν, στο ζητούμενο για μια νέα Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της Φύσεως. Μέσα από την εμπειρία των ανίερων και καταστροφικών καιρών μας, αλλά και τους λόγους των αρχαϊκών που μας συνοδεύουν με τη διαχρονική σοφία τους.