Τα αποτελέσματα της συνάντησης των Υπουργών Εξωτερικών των ΗΠΑ και της Τουρκίας στο Λονδίνο είναι εν πολλοίς αναμενόμενα ή έστω συντηρούν τις υφιστάμενες, σχεδόν τεταμένες σχέσεις των δυο χωρών. Αφενός το καλό κλίμα βοήθησε στη συζήτηση, αφετέρου η αμερικανική πλευρά ζητά από την Τουρκία με τον πιο επίμονο τρόπο να άρει το βέτο στην ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ. Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ, Antony Blinken, τόνισε μάλιστα ότι αυτό το ζήτημα πρέπει να κλείσει μέχρι και τον Ιούλιο.
Ωστόσο, ο νέος ΥΠΕΞ της Τουρκίας, Hakan Fidan, προέκρινε την αγορά των αμερικανικών μαχητικών F-16 ως αντάλλαγμα για τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας στο ζήτημα της Σουηδίας. Η δικαιολογημένη, επίμονη στάση στα ζητήματα που εξυπηρετούν τα συμφέροντα του ενός εκάστου δυσκολεύει όλο και περισσότερο τις σχέσεις των δυο χωρών.
Εδώ, πρέπει να σημειωθεί ότι πίσω από κάθε επεξεργασία της δύσκολης σχέσης ΗΠΑ–Τουρκίας υποβόσκει η σχέση Ρωσίας–Τουρκίας. Δημοσιεύματα στο διεθνή τύπο αναφέρουν ότι ο πρόεδρος Putin θα επισκεφθεί την Τουρκία πριν ακόμα από την επικείμενη σύνοδο του ΝΑΤΟ. Υπενθυμίζεται ότι πρώτον, η Τουρκία δεν εφαρμόζει τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία λόγω της εισβολής στην Ουκρανία και δεύτερον, οι ΗΠΑ υποστηρίζουν με κάθε δυνατό τρόπο τους Κούρδους της Βόρειας Συρίας, κάτι που δημιουργεί έναν εκκολαπτόμενο φόβο για την Τουρκία που δεν είναι άλλος από τη δημιουργία ενός ξεχωριστού κράτους από τους Κούρδους. Εάν προσθέσουμε μάλιστα την έναρξη της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού στο Ακούγιου, με ρώσικη χρηματοδότηση και πρώτη ύλη, δημιουργούνται ακόμα πιο δύσκολες δυναμικές στην ήδη τεταμένη, τριγωνική σχέση. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Τουρκία διαπορεί ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία και το ερώτημα που προκύπτει είναι πότε και κατά πόσον πρέπει να ξεκαθαρίσει τη θέση της και να επιλέξει στρατόπεδο.
Επομένως, η αγορά των αμερικανικών μαχητικών F-16 από την Τουρκία παραμένει για τον πρόεδρο Erdogan το κρισιμότερο ζήτημα σε επίπεδο άμυνας και διεθνών σχέσεων. Η Τουρκία επιδιώκει τον εκσυγχρονισμό και την παράταση ζωής των υφιστάμενων F-16, 79 στον αριθμό, και φυσικά την αγορά άλλων 40. Αυτός είναι και ο βασικότερος στόχος του Τούρκου προέδρου, καθότι γνωρίζει πολύ καλά ότι η Ελλάδα θα προμηθευτεί άμεσα 12 νέα F-16, που μαζί με τα 15 γαλλικά Rafale, φτάνει στα 27 μαχητικά 4ης γενιάς, τα οποία η Τουρκία δεν μπορεί να έχει. Οι αριθμοί θα αυξάνονται ακόμα περισσότερο για την Ελλάδα, αφού θα έχει στην κατοχή της 40 μαχητικά αεροσκάφη μέχρι και το 2024, 120 μέχρι και το 2026/27, ενώ το 2028 πολύ πιθανόν να παραλάβει τα μαχητικά αεροσκάφη F-35 5ης γενιάς, πρόγραμμα από το οποίο η συμπαραγωγός Τουρκία έχει αποκλειστεί λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400.
Αυτό το κενό, η Τουρκία θα προσπαθήσει να το καλύψει με άλλες εναλλακτικές λύσεις, εάν τελικά το Κογκρέσο διατηρήσει την αρνητική στάση για πώληση των F-16 στην Τουρκία. Η αγορά των Eurofighters, ευρωπαϊκής κατασκευής, ή η προσπάθεια για κατασκευή τουρκικών μαχητικών, ίσως να αποτελέσουν την εναλλακτική λύση για τον Erdogan, ωστόσο, κάτι τέτοιο μοιάζει πολύ δύσκολο, καθότι ένα μεγάλο μέρος της τουρκική αεροπορίας εξαρτάται από την αμερικανική τεχνολογία.
Δυστυχώς για τον Erdogan, θα μπορεί να διεκδικεί την αγορά των F-16 μέχρι και το φθινόπωρο, καθότι αργότερα οι ΗΠΑ εισέρχονται σε μια προεκλογική περίοδο, κάτι που δεν θα αφήσει πολλά ποσοτικά και ποιοτικά περιθώρια στην κυβέρνηση Biden να παραμένει σε αυτή τη συζήτηση. Το ίδιο ισχύει και για τον Γερουσιαστή Bob Menendez, ο οποίος αναμένεται να σκληρύνει ακόμα περισσότερο τη στάση του ενόψει των εκλογών του 2024, καθότι ορθώς προσδοκά στη στήριξη του ελληνικού, του εβραϊκού, αλλά και του αρμενικού λόμπι. Συνειρμικά, όσο το ζήτημα της ένταξης της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ παραμένει σε εκκρεμότητα τόσο και η πώληση των F-16 στην Τουρκία θα παραμένει στον πάγο.
*Πολιτικός επιστήμων, επικεφαλής της IS Pegasus Coaching & Consulting Ltd