49 χρόνια μετά τη προδοσία και το έγκλημα σε βάρος της Κύπρου, ο Κυπριακός Ελληνισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της πορείας προς μια λύση που θα τερματίζει τα δεινά του και θα αποτελεί αφετηρία ενός ιστορικού κύκλου προοπτικής και ελπίδας για το μέλλον.

Οι τραγικές επέτειοι του πραξικοπήματος και της εισβολής παρέχουν την ευκαιρία μιας αναδρομής στο παρελθόν, αποτίμησης επιτευγμάτων, παραλείψεων και λαθών και ενατένισης προς το μέλλον με διαγραφή των επιβαλλόμενων πολιτικών, που θα οδηγήσουν στη σωτηρία της Κύπρου και του λαού μας.

Αναμφίβολα το μέγα επίτευγμα των 49 χρόνων υπήρξε η διαφύλαξη της οντότητας του Κυπριακού Κράτους, η ματαίωση διεθνούς αναγνώρισης του μορφώματος που εγκαθιδρύθηκε στα κατεχόμενα και η παγίωση διεθνώς της άποψης ότι το Κυπριακό όσο συνεχίζεται η τουρκική κατοχή, εγκυμονεί κινδύνους για την ειρήνη, τη σταθερότητα και την ασφάλεια στην ανατολική Μεσόγειο. Κορυφαία επιτυχία της Κύπρου αλλά και της Ελλάδας και ενίσχυση των ερεισμάτων του Κυπριακού Κράτους σε διεθνές επίπεδο υπήρξε η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε.

Η ένταξη ενίσχυσε την πολιτική θέση της Κύπρου και ταυτόχρονα αποδυνάμωσε τις προσπάθειες της Τουρκίας να περιθωριοποιήσει το κυπριακό πρόβλημα και να υποβαθμίσει και να εξουδετερώσει το κυπριακό κράτος. Η αποτίμηση όμως των 49 χρόνων θα πρέπει για να είναι ολοκληρωμένη, να εντοπίσει και τα λάθη και τις παραλείψεις. Απουσίασε δυστυχώς μια ολοκληρωμένη στρατηγική με συνέχεια και συνέπεια, βασισμένη στον πραγματικό χαρακτήρα του Κυπριακού, που να αναδεικνύει αξιόπιστα σε διεθνές επίπεδο τις βαρύτατες ευθύνες της Τουρκίας για την κατ’ εξακολούθηση παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας. Η απουσία ολοκληρωμένης στρατηγικής οδήγησε σε χειρισμούς που εκτροχίασαν το Κυπριακό από τη σωστή διεθνή αντικατοχική του βάση και επέτρεπαν την εμφάνιση του σαν δικοινοτικής διαφοράς.

Ένας ατέρμων δικοινοτικός διάλογος που δεν ασχολείτο με την ουσία αλλά με τις λεπτομέρειες επέτρεπε στην Τουρκία να αποφεύγει τις πιέσεις, να εξαπατά τη διεθνή κοινότητα, να αχρηστεύει τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και να δημιουργεί συνθήκες διολίσθησης του Κυπριακού σε πρόβλημα συνταγματικών διευθετήσεων και εδαφικών αναπροσαρμογών.

Λάθος υπήρξε και η εγκατάλειψη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ ως χώρου ανάδειξης των ευθυνών της Τουρκίας για την παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Παρά την αποδυνάμωση της, λόγω της κατάρρευσης του παγκόσμιου διπολικού συστήματος, η Γενική Συνέλευση εξακολουθεί να αποτελεί τη διεθνή κολυμπήθρα, στην οποία η εμβάπτιση των διεθνών προβλημάτων τα αναδεικνύει ως υπαρκτές κρίσεις που απειλούν την ειρήνη και για τα οποία η εφαρμογή των αρχών του Διεθνούς Οργανισμού είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση και τη λύση τους.

Στον αμυντικό τομέα υπήρξαν αναμφίβολα σημαντικά βήματα ενίσχυσης της μαχητικής ικανότητας των ενόπλων δυνάμεων με νέα οπλικά συστήματα και με την οργάνωση μιας αριθμητικά υπολογίσιμης και καλά εκπαιδευμένης εφεδρείας. Το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου υπήρξε ένας σημαντικός σταθμός για την περαιτέρω ισχυροποίηση των αμυντικών δυνατοτήτων, αλλά και για την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι παλινδρομήσεις των τελευταίων χρόνων με την ακύρωση των κοινών ασκήσεων Κύπρου – Ελλάδας καθώς και με τη δραστική περικοπή των πιστώσεων για νέα εξοπλιστικά προγράμματα, έχουν μειώσει τη συνεισφορά της αμυντικής παραμέτρου στην όλη εθνική στρατηγική.

49 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή και 19 και πλέον χρόνια μετά το ιστορικό Δημοψήφισμα τη 24ης Απριλίου και την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. βρισκόμαστε μπροστά σε καινούργια δεδομένα. Οι εξωφρενικές απαιτήσεις Τουρκίας και ψευδοκράτους για «λύση δύο κρατών» και «κυριαρχική ισότητα» θα πρέπει αποφασιστικά να καταγγελθούν διεθνώς και εντός Ε.Ε.

Αξιοποίηση του διεθνούς κλίματος υπέρ των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου μετά τη ρωσική επιστολή στην Ουκρανία και των νέων γεωπολιτικών και ενεργειακών δεδομένων.

Η ανάγκη χάραξης και εφαρμογής μιας καινούργιας εθνικής στρατηγικής διαχείρισης του μεγάλου εθνικού μας θέματος, είναι πλέον αδήριτη ανάγκη.

Βασική μας επιδίωξη θα πρέπει να είναι η διαμόρφωση μιας διαπραγματευτικής βάσης χωρίς τα επαχθή βάρη του παρελθόντος. Βάση οποιωνδήποτε μελλοντικών διαπραγματεύσεων πρέπει να αποτελούν τα περί Κύπρου ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις ατομικές και οι διακρατικές προσφυγές της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας.

Ταυτόχρονα θα πρέπει να επιδιώξουμε συστηματικά την αναβάθμιση της επικουρικής συνδρομής της Ε.Ε. στις προσπάθειες για την επίτευξη λύσης. Να δοθεί το μήνυμα ότι η λύση θα πρέπει να στηρίζεται σε ένα δίκτυο κανόνων δικαίου που τυγχάνουν εφαρμογής στην Ε.Ε. Στήριξη από όλους του αιτήματος για ενεργό συνδρομή της Ε.Ε. στις προσπάθειες για λύση.

Αποκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο δεν είναι ούτε νοητές, ούτε αποδεκτές μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Επιπλέον, η Τουρκία θα πρέπει να κατανοήσει ότι η διαμόρφωση του όποιου ευρωπαϊκού της μέλλοντος περνά μόνο μέσα από τη δίκαιη, δημοκρατική, λειτουργική και βιώσιμη λύση του κυπριακού προβλήματος.

49 χρόνια από το έγκλημα και την προδοσία μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το μέλλον με αισιοδοξία αν εγκαταλείψουμε φοβίες, αναστολές και δισταγμούς του παρελθόντος και με αυτοπεποίθηση υιοθετήσουμε και υλοποιήσουμε μια στρατηγική διεκδίκησης.

Παρά τη συνεχιζόμενη αδιαλλαξία της Τουρκίας, η ευρωπαϊκή ιδιότητα της Κύπρου σε συνδυασμό με τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Τουρκίας δημιουργούν δυνατότητες και ευκαιρίες όπως και η αξιοποίηση των υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας. Καθήκον μας να αποφύγουμε τους κινδύνους και να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες.

Η αποτίμηση των 49 χρόνων που πέρασαν, με την τουρκική κατοχή να ακρωτηριάζει το σώμα της πατρίδας μας, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει την ευκαιρία για ανασύνταξη δυνάμεων και υπέρβαση των αδυναμιών μας, για να ανταποκριθούμε στα καθήκοντα που βρίσκονται μπροστά μας.

Μπορούμε με πρόγραμμα, σχέδιο και σκληρή δουλειά να ανοίξουμε ένα καινούργιο δρόμο προοπτικής και ελπίδας για το μέλλον.

*Πρώην Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων