Έκπληκτος διάβασα το περιεχόμενο της ανοικτής επιστολής του Παλαιστινίου Πρέσβη στη Λευκωσία, κ. Αμπντάλα Ατάρι, δια της οποίας επέκρινε άρθρο γνώμης μου  που δημοσιεύθηκε στο κυριακάτικο φύλλο του «Φιλελεύθερου» στις 13/8, με αφορμή τη συνάντηση στην Κύπρο της Υπουργού Δικαιοσύνης, κ. Άννας Κουκκίδη-Προκοπίου, με τον Ισραηλινό Υπουργό Εθνικής Ασφαλείας, κ. Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ. Στο άρθρο μου εξέθεσα την άποψή μου για το εάν ήταν μεμπτό ή εάν ίσχυε κάποια απόφαση της ΕΕ που απαγόρευε στην Υπουργό Δικαιοσύνης να συναντηθεί με τον καθ’ύλην αρμόδιο ισραηλινό ομόλογό της, ο οποίος τύγχανε να αποφασίζει εάν θα αποστέλλονταν πυροσβεστικές δυνάμεις της χώρας του για την κατάσβεση των πρόσφατων πυρκαγιών στην Κύπρο. Στο άρθρο μου επεσήμανα ότι σχετική απαγορευτική απόφαση εκ μέρους της ΕΕ δεν υπήρχε.

Προς ενημέρωση του κ. Πρέσβη, τού επισημαίνω το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του εκπροσώπου της Κομισιόν, κ. Πίτερ Στάνο, που απηύθυνε στις 9/8 στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, κληθείς να σχολιάσει τη συνάντηση Κουκκίδη-Μπεν Γκβιρ, και η οποία έχει επί λέξει ως εξής: «Οι αξιωματούχοι των κρατών-μελών της ΕΕ είναι ελεύθεροι να συναντηθούν με οποιονδήποτε κρίνουν αναγκαίο για διμερείς σχέσεις και/ή συνεργασία, ενώ την ίδια στιγμή, μεταφέρουν τις θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Διαβάζοντας τη δήλωση, εύλογα συμπεραίνεται ότι απαγόρευση συνάντησης με τον συγκεκριμένο υπουργό δεν είχε εκδοθεί από την ΕΕ. Στο δε άρθρο γνώμης μου, αναφέρω και πρόσθετα δεδομένα που ενισχύουν το συγκεκριμένο περιεχόμενο, όπως λ.χ. την πρόσφατη συμφωνία αμυντικής συνεργασίας Ισραήλ-Γερμανίας, η οποία υπεγράφη επί ημερών του έτερου στελέχους της ισραηλινής κυβέρνησης, Μπετσαλέλ Σμότριτς, δευτέρου τη τάξει υπουργού στο Υπουργείο Άμυνας της χώρας του.

Κατόπιν των ανωτέρω, πιστεύω ότι καθίσταται πλέον ξεκάθαρο ότι, όσα έγραψα στο εν λόγω άρθρο γνώμης, δεν αποτελούν δικές μου αυθαίρετες κρίσεις, αλλά βασίζονται κατά περιεχόμενο και κατ’ ουσίαν σε δήλωση επισήμου αξιωματούχου της ΕΕ, που μάλιστα δημοσιοποιήθηκε τέσσερεις (4) ημέρες προτού κυκλοφορήσει το φύλλο του «Φιλελευθέρου» στις 13/8.

Ο κ. Πρέσβης, στην επιστολή του, μού προσδίδει την ιδιότητα του «βασιλικότερου των βασιλέων», εμφανίζοντάς με ως δήθεν απολογητή των Μπεν-Γκβιρ και Σμότριτς, επειδή χαρακτήρισα «αμφιλεγόμενες» τις δηλώσεις τους «στα πλαίσια των καθηκόντων τους». Θα ήθελα, λοιπόν, να εξηγήσω στον κ. Πρέσβη ότι οι Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και Σμότριτς είναι πράγματι αμφιλεγόμενοι ως προσωπικότητες, δεδομένου ότι οι κατά καιρούς δηλώσεις τους έχουν προκαλέσει αντιδράσεις όχι μόνο στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό της χώρας τους, κινητοποιώντας χιλιάδες διαδηλωτές κάθε Σάββατο βράδυ από την αρχή του 2023 μέχρι σήμερα.  Επικρίθηκα επίσης, επειδή ανέφερα ότι οι ως άνω ισραηλινοί υπουργοί είναι αμφιλεγόμενοι επειδή προβαίνουν σε δηλώσεις «στα πλαίσια των καθηκόντων τους». Εξηγώ, λοιπόν, ότι τα καθήκοντά τους πηγάζουν από τα κυβερνητικά αξιώματα που κατέχουν από τις 27 Δεκεμβρίου 2022, οπότε και σχηματίσθηκε η κυβέρνηση στην οποία συμμετέχουν, μέχρι σήμερα.

Αδυνατώ, λοιπόν, να κατανοήσω τι από τα παραπάνω είναι αναληθές, πολλώ μάλλον ‘υποστηρικτικό’ προς τις θέσεις των δύο συγκεκριμένων μελών της ισραηλινής κυβέρνησης. Αντιθέτως, στο άρθρο γνώμης μου που δημοσίευσε ο «Φ» στις 13/8 δεν κάνω καμία απολύτως αναφορά, ούτε στις θέσεις τους, ούτε στις απόψεις τους – επειδή δεν θα είχαν ουδεμία σχέση με το περιεχόμενο του κειμένου μου.

Εάν ο κ. Πρέσβης θα είχε παρακολουθήσει τις κατά καιρούς παρεμβάσεις μου στα ΜΜΕ της Κύπρου και της Ελλάδας, υπό την ακαδημαϊκή και ερευνητική μου ιδιότητα, θα είχε αντιληφθεί ότι ουδέποτε τις επικρότησα. Εάν ο κ. Πρέσβης θα είχε παρακολουθήσει τις ανταποκρίσεις που υπογράφω υπό την ιδιότητα του ανταποκριτή του ΚΥΠΕ στην Ιερουσαλήμ, θα είχε παρατηρήσει ότι πάντοτε αναφέρω ως πηγή μου το επίσημο παλαιστινιακό πρακτορείο ειδήσεων WAFA, ως επίσης και τις πληροφορίες που μεταδίδονται από παλαιστινιακά και ισραηλινά κρατικά ή ιδιωτικά ΜΜΕ, με απλή καταγραφή των γεγονότων και χωρίς προσωπικές κρίσεις, τηρώντας τους κανόνες δεοντολογίας που τηρεί το ΚΥΠΕ κατά παράδοση και επί δεκαετίες. Αυτό που πραγματικά με εκπλήσσει, λοιπόν, είναι με ποια αφορμή άραγε εξεπλάγη ο κ. Πρέσβης, καταλήγοντας στο αυθαίρετο συμπέρασμά του, κατατάσσοντάς με στην κατηγορία των δήθεν «βασιλικοτέρων των βασιλέων».

Σέβομαι και αντιλαμβάνομαι τις θέσεις του κ. Πρέσβη που απορρέουν από τα καθήκοντά του, αναγνωρίζοντας ότι έχει κάθε δικαίωμα να εκφέρει δημοσίως τις απόψεις του με όποιον τρόπο επιθυμεί για ζητήματα που άπτονται της περιφερειακής επικαιρότητας, ως επίσης και να εκφράζει εκτιμήσεις για τις πολιτικές εξελίξεις.

Ωστόσο, θα ήταν καλό να σεβαστεί και εκείνος το δικαίωμα της ελευθερίας λόγου στα κυπριακά ΜΜΕ. Η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να αισθάνεται υπερήφανη όταν κάθε χρόνο κατατάσσεται διεθνώς στις πρώτες δεκάδες των χωρών που διασφαλίζουν την ελευθερία του Τύπου και την απρόσκοπτη, πλουραλιστική έκφραση γνώμης σε πληθώρα εφημερίδων, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, παρά τον μικρό της πληθυσμό. Φορείς αυτών των αυτονόητων για όλους μας ελευθεριών, πέραν του συνόλου των πολιτών, είναι οι ακαδημαϊκοί ερευνητές και όσοι εκφέρουν δημόσιο λόγο. Στις δύο αυτές ειδικότερες κατηγορίες ανήκω και εγώ. Φρονώ ότι, επί σειρά ετών, οι τοποθετήσεις και εκτιμήσεις μου, εκφράζονται πάντοτε εντός των πλαισίων της αξιοπρέπειας, της συνέπειας, της ευγένειας και του σεβασμού προς την αντίθετη άποψη, χωρίς να κάνω εκπτώσεις στη συνείδησή μου.

Κατόπιν αυτών, θεωρώ τουλάχιστον άδικη την ευθεία επίθεση, που υπέστην από το περιεχόμενο της δημόσιας τοποθέτησης του κ. Πρέσβη. Παρ’ όλα αυτά, θέλω να τον διαβεβαιώσω ότι κατανοώ πλήρως τις εθνικές του ευαισθησίες, τις οποίες, όμως, ουδέποτε προσέβαλα, έκρινα ή επέκρινα.