Μια νέα Φιλοσοφία Περί Φύσεως δεν θα πρέπει να αγνοεί τη μυστική και σκοτεινή μεταφυσική δυναμική της.

Δεν θα πρέπει να παραβλέπει, να παραγνωρίζει και να προσπερνά τον τόπο του ιερού. Και εδώ έγκειται η αποτυχία όλων των εν τω κόσμω περιβαλλοντικών κινήσεων ή οργανώσεων, που παραμένουν παγιδευμένες στο ανίερο, όπως ανίερη είναι η εποχή που ζούμε. Γιατί όλοι σχεδόν οι περιβαλλοντολόγοι του αιώνος μας, ως προερχόμενοι από ένα ανίερο κόσμο του ορθολογισμού και της χρησιμοθηρίας, αδυνατούν να προσλάβουν το μυστικό βάθος της φύσεως. Αγνοούν ή περιφρονούν τη συντριπτική δύναμη της Φύσεως και το μεταφυσικό της βάθος.

Έτσι, για να πάμε και σε ένα σύγχρονο έλληνα φιλόσοφο, τον Χρήστο Γιανναρά, «Σήμερα πια το αδιέξοδο του δυτικού πολιτισμού δεν είναι θεωρητικό· περιέχεται ως αγωνία και παραλογισμός στον καθημερινό τρόπο βίου. Έφτασε να απειλεί καθολικά τη ζωή αυτός ο πολιτισμός της «ισορροπίας του τρόμου», των ορθολογικών προγραμμάτων «γενικής ευτυχίας», των φαρμακερών αποβλήτων, της καταναλωτικής αποχαύνωσης, του εξανδραποδισμού της ανθρώπινης ύπαρξης από τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες». (Χρήστου Γιανναρά, αλφαβητάρι της πίστης, δόμος, αθήνα 1983, σ. 243.)

«Το δε παν έμψυχον και δαιμόνων πλήρες», μας υπέδειξε κάποτε ο Θαλής, που τον ονομάσαμε, με ένα λόγο απλουστευτικό, υλικό φιλόσοφο. Αυτά στις διάφορες απλουστεύουσες «Εισαγωγές στη Φιλοσοφία», που αναπαράγουν το «των δη πρώτων φιλοσοφησάντων τας εν είδει ύλης μόνας ωήθησαν είναι αρχάς των όντων»  του Αριστοτέλους. (Μεταφυσικά, Α’, 383 b 6). Και το ύδωρ το ορίσαμε απλώς  ως μία υλική αρχή των όντων, αγνοώντας το τί εστί αρχή, μαζί με τη δυναμική του ιερού. Η αρχή όμως μας πάει στο μυστικό εκείνο και σκοτεινό στοιχείο του όντος, μας οδηγεί στα δώματα της Θεάς, για να θυμηθούμε και τον Παρμενίδη ως αρχαϊκό ποιητή και φιλόσοφο. Ο Αριστοτέλης μας έδωσε ένα πρώτο ορισμό της αρχής, με την ουσία που παραμένει σταθερή και αμετάβλητη, όταν όλα μεταβάλλονται ως συμβεβηκότα.  

Η φύσις αρνείται να καταστεί ή να παραμείνει ως το συμβεβηκός, σκέφτομαι. Διατηρεί και διασώζει πάντοτε την ουσία της. Αρνείται να καταστεί ένα απλό αντικείμενο. Γι’ αυτό η οργή της, όταν επιπολαίως, «ως βιαστικά και άπειρα όντα της στιγμής», επιχειρούμε να αγνοήσουμε, να περιφρονήσουμε ή και να διασπάσουμε την ουσία της. Κάθε βιασμὸς του μυστικού τόπου της φύσεως επιφέρει συντριπτικές και καταστροφικές αντιδράσεις. Η φύσις αρνείται την αντικειμενοποίηση και τον μηδενισμό της, ως περιέχουσα και περιλαμβάνουσα τη απέραντη και σκοτεινή δυναμική του υπάρχειν. Ως φορέας ζωής.

Η φύσις διατηρεί και συντηρεί εντός της όλα εκείνα τα μυστικά και σκοτεινά «θαυμάσια», γι’ αυτό συνεχώς ανασταίνεται και ανασυντίθεται και αναπλάθεται, όταν όλα τα φαινόμενα μας οδηγούν στην απονέκρωσή της. Η φύσις διατηρεί «το φύσημα της ζωής»  γι’ αυτό την παρακολουθούμε εν θαυμασμώ περιδεείς και έκπληκτοι να ανασταίνεται και να αναπλάθεται συνεχώς. Άλλοτε απαλώς και εορταστικώς ανθοφορούσα και άλλοτε συντριπτική εν οργή, με εκείνες τις απύθμενές της δυνάμεις, τις συντριπτικές. Τις καταστροφικές, για όσους επιχειρούν να την αγνοήσουν, να τὴν βιάσουν ή να παραβιάσουν τα μυστικά της και το βάθος της.

        «νήπιοι, οι κατά βους υπερίονος Ηελίοιο

        ήσθιον· αυτάρ ο τοίσιν αφείλετο νόστιμον ήμαρ.»

δύσσεια, α, 8-9.)

Αυτά από το «πρώτο», μαζί με την «Ιλιάδα» θεολογικό ποιητικό βιβλίο της Ελληνικής αρχαιότητος. Ήδη από το προοίμιο της Οδυσσείας.

Ως νήπιοι περιφερόμεθα εν τω κόσμω, γι’ αυτό και η συντριβή και η απώλεια του νόστου της ψυχής. Με άλλους όρους ο θάνατος και η απώλεια του γνωρισμού της ψυχής και η είσοδος στον τόπο του παραδείσου. Η απώλεια του διαχρονικού ζητούμενου νόστου. Και τούτο εξαιτίας της άγνοιας, της περιφρόνησης, δηλαδή, της φύσεως.

Έτσι, λοιπόν, το μείζον πρόβλημα του παρόντος αιώνος είναι αυτό της αποϊέρωσης. Της αποχώρησης του ιερού και της ανάδειξη ενός ανίερου πολιτισμού. Ζητούμενο παραμένει η συνάντησή μας με το ιερό. Και η  πρόσληψη του σκοτεινού και μυστικού βάθους της φύσεως. Γι’ αυτό και ο συνακόλουθος ζητούμενος σεβασμός της μετά δέους και φόβου, ως μεγέθους ιερού. Όσο παραμένουμε στον τόπο του ανίερου, με την παντοδύναμη χρησιμοθηρία και τον ωφελιμισμό να δεσπόζει στη ζωή μας, κάθε προσπάθειά μας να διασώσουμε τη φύση που μας περιβάλλει, θα καθίσταται μονίμως μάταιη.  

Η φύσις, λοιπόν, συνάπτεται με το ιερό, διασώζοντας το μεταφυσικό της βάθος. Την οντολογική της ακεραιότητα. Ως η ουσία των πάντων.