Η άνευ προηγουμένου επίθεση των Τουρκοκυπρίων κατά των μελών της ΟΥΝΦΙΚΥΠ στην νεκρή ζώνη, την οποία και αστυνομεύουν, προβάλλει τις προσπάθειες τους να αμφισβητήσουν τις λειτουργίες της Δύναμης με την απόφαση να κατασκευάσουν δρόμο από το κατεχόμενο Άρσος προς την Πύλα, παραβιάζοντας έτσι το καθεστώς της νεκρής ζώνης. Είναι πρόδηλο, ότι στους σχεδιασμούς τους αυτή η ενέργεια αποτελεί έκδηλη κλιμάκωση που αποσκοπεί στην επίτευξη αυτού του συγκεκριμένου στόχου. Δύο προσπάθειες στο παρελθόν, μια το 2018 και η άλλη το 2022 είχαν αποτύχει.

Τον Ιούλιο του 2018, ο τότε ηγέτης των Τουρκοκυπρίων Μουσταφά Ακιντζί σε επιστολή που έστειλε στα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας ζητούσε επανεξέταση των όρων εντολής της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Τα επιχειρήματα του ήταν ότι η ΟΥΝΦΙΚΥΠ συνεχίζει να συνεργάζεται με τις τουρκοκυπριακές Αρχές χωρίς νομική βάση και ότι η κοινότητα του είναι έτοιμη να ετοιμάσει ένα έγγραφο με τα Ηνωμένα Έθνη που θα καλύπτει όλες τις πλευρές των σχέσεων τους.

Όσον αφορά στο επιχείρημα της νομικής βάσης, θα πρέπει να τονισθεί ότι η συγκατάθεση της φιλοξενούσας χώρας είναι η πιο σημαντική νομική βάση για την είσοδο στην χώρα και την λειτουργία μιας ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών. Στην περίπτωση της Κύπρου η συγκατάθεση εδόθη από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η ανάγκη να τεθούν οι σχέσεις Ηνωμένων Εθνών –φιλοξενούσας χώρας πάνω σε μια ξεκάθαρη νομική βάση οδήγησε στην σύναψη μιας συμφωνίας, στις 31 Μαρτίου 1964, μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Ηνωμένων Εθνών για το καθεστώς της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Σχετικά, πρέπει να αναφερθεί ότι οι όροι εντολής της Δύναμης, όπως τους καθόρισε το Συμβούλιο Ασφαλείας στην Απόφαση του της 4ης Μαρτίου, 1964, περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, την διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, την πρόληψη επανέναρξης των εχθροπραξιών και την διατήρηση και επαναφορά του νόμου και της τάξης. Ενδιαφέρει να αναφέρουμε ότι ενωρίς στην ιστορία της ΟΥΝΦΙΚΥΠ χρειάστηκαν μερικές διευκρινίσεις όσο αφορά στο ρόλο που θα διαδραμάτιζε η Δύναμη. Γι’ αυτό τον σκοπό ο τότε Γενικός Γραμματέας, Ου Θαντ απέστειλε στις ενδιαφερόμενες Κυβερνήσεις ένα μνημόνιο (UN DOC S/5653 of 11 April 1964) που καθόριζε τις αρχές συμπεριφοράς της Δύναμης, Μια απ’ αυτές προνοεί ότι η Δύναμη δεν θα αναλαμβάνει λειτουργίες που θα αντιβαίνουν στις διατάξεις της Απόφασης της 4ης Μαρτίου 1964.

Ερχόμενος τώρα στο δεύτερο επιχείρημα του κυρίου Ακιντζί που αφορά στην ετοιμασία ενός εγγράφου με τα Ηνωμένα Έθνη που θα καλύπτει όλες τις πλευρές των σχέσεων τους, διερωτάται κανείς αν τα Ηνωμένα Έθνη θα μπορούσαν να αγνοήσουν την δική τους Απόφαση 541 (1983) της 18 Νοεμβρίου 1983 που θεωρεί την Μονομερή Διακήρυξη Ανεξαρτησίας των Τουρκοκυπρίων ως νομικά άκυρη και καλεί για την απόσυρση της. Επομένως, τέτοια συμφωνία δεν θα μπορούσε να συναφθεί.
Η δεύτερη προσπάθεια αμφισβήτησης των λειτουργιών της ΟΥΝΦΙΚΥΠ έγινε μέσω μίας δήλωσης του ούτω λεγόμενου «υπουργού εξωτερικών», Ταχσίν Ερτουρούλογλου που δημοσιεύτηκε στην τουρκική εφημερίδα Χουριέτ, τον Οκτώβριο του 2022, δίκην τελεσιγράφου. Έδινε προθεσμία ενός μηνός στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ για να αποδεχθεί την σύναψη ξεχωριστής συμφωνίας με την «ΤΔΒΚ», πράγμα που θα αποτελούσε αναγνώριση του παράνομου καθεστώς του. Δήλωσε, δε, περαιτέρω ότι, εάν η απάντηση των Ηνωμένων Εθνών στην «συμφωνία για το καθεστώς της Δύναμης» που υπέβαλαν νωρίτερα αυτός και ο Ερσίν Τατάρ στον Αντόνιο Γκουτέρες και Ζιάν Πιέρ Λακρουά ήταν η αρνητική, η «ΤΔΒΚ» θα ελάμβανε τα κατάλληλα μέτρα. Όπως αναμενόταν, η δεύτερη αυτή προσπάθεια αντιμετώπισε τις ίδιες δυσκολίες με αυτές που ματαίωσαν την προσπάθεια Ακιντζί, όπως αναλύσαμε πιο πάνω.

Τα γεγονότα στην Πύλα μετέτρεψαν τα λόγια σε πράξη. Με την επίθεση των Τουρκοκυπρίων κατά των μελών της ΟΥΝΦΙΚΥΠ κλιμάκωσαν στην ουσία τις προσπάθειες τους να αμφισβητήσουν την εξουσία της Δύναμης στην νεκρή ζώνη. Εκείνο, όμως, που δεν περίμεναν ήταν η έντονη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας, και ιδιαίτερα αυτή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Σε μια Δήλωση που εξεδόθη στις 21 Αυγούστου 2023 από την Πρόεδρο του Συμβουλίου, Linda Thomas Greenfield (ΗΠΑ), αναφέρονται τα ακόλουθα: Ανησυχία για την έναρξη μη εξουσιοδοτημένων κατασκευαστικών εργασιών από την τουρκοκυπριακή πλευρά στην νεκρή ζώνη των Ηνωμένων Εθνών κοντά στις Πύλα, ενέργεια που είναι ενάντια στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και αποτελεί παραβίαση του status quo. Καταδίκη των επιθέσεων κατά των ειρηνευτών των Ηνωμένων Εθνών, υπογραμμίζοντας ότι αυτές οι επιθέσεις, μπορεί να συνιστούν εγκλήματα, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Έκκληση για την μετακίνηση μη εξουσιοδοτημένων κατασκευών και την αποτροπή μη εξουσιοδοτημένων στρατιωτικών και πολιτικών δραστηριοτήτων εντός και κατά μήκος της γραμμής κατάπαυσης του πυρός.

Στην Δήλωση του Συμβουλίου Ασφαλείας υπάρχουν και δύο σημαντικά πολιτικά στοιχεία. Το πρώτο, είναι η δέσμευση του Συμβουλίου Ασφαλείας για μία βιώσιμη, περιεκτική και δίκαιη λύση, βασισμένη στην δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται στις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το δεύτερο, είναι η έκκληση στα μέρη, να καταλήξουν σε συμφωνία που αφορά στην πρόταση του Γενικού Γραμματέα για διορισμό ενός απεσταλμένου των Ηνωμένων Εθνών που θα μπορούσε να βοηθήσει τα μέρη να καταλήξουν σε κοινό έδαφος με στόχο την επιστροφή σε επίσημες διαπραγματεύσεις. Πάνω στις ίδιες γραμμές κινήθηκε και η ΟΥΝΦΙΚΥΠ, εδώ στην Λευκωσία, ιδιαίτερα προειδοποιώντας για την αποφυγή μη εξουσιοδοτημένων κατασκευών στην νεκρή ζώνη των Ηνωμένων Εθνών.

Καταλήγοντας, παρατηρούμε ότι η αντίδραση του Συμβουλίου Ασφαλείας και ο αποτελεσματικός χειρισμός από την ΟΥΝΦΙΚΥΠ της κρίσης, στην συγκεκριμένη περίπτωση της Πύλας, σύμφωνα με τους όρους εντολής της, δίνει ελπίδα ότι τα Ηνωμένα Έθνη ως το αρμόδιο όργανο του οποίου οι αρχές και οι στόχοι αποτελούν γνήσια εγγύηση για ειρήνη και ασφάλεια στον κόσμο θα λάβουν πιο αποφασιστική δράση για την εξεύρεση μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού προβλήματος.

*Πρέσβυς ε.τ.