Μέχρι σήμερα εξακολουθούν να υπάρχουν δυο απόψεις για το πραξικόπημα της 15ης του Ιούλη του 1974 που άνοιξε τον δρόμο στην τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη μέχρι σήμερα κατοχή σημαντικού τμήματος της Κύπρου.

Η πρώτη άποψη υποστηρίζει πως οι πραξικοπηματίες είχαν αγαθές προθέσεις, πως έκαμαν ανόητα τη στρατιωτική επέμβαση για να πετύχουν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και πως σε καμιά περίπτωση δεν ήθελαν να γίνει η τουρκική εισβολή. Αντίθετα,  η δεύτερη άποψη υποστηρίζει πως το πραξικόπημα έγινε για να διχοτομηθεί η Κύπρος και τονίζει πως οι πραξικοπηματίες άφησαν ανενόχλητους τους Τούρκους εισβολείς να αποβιβαστούν στα κυπριακά εδάφη. Ας δούμε λοιπόν ποια είναι η πραγματικότητα.

Το «Πόρισμα για το Φάκελο της Κύπρου» της κυπριακής Βουλής γράφει (σελ. 112):«Στην κατάθεσή του στην επιτροπή (22.11.2010), ο τότε λοχαγός του ελληνικού στρατού Αλέξανδρος Σημαιοφορίδης, ο οποίος ήταν επικεφαλής του κλιμακίου της ΚΥΠ/Ε στην Κερύνεια την περίοδο 1969- 1974 ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

«Από τον Απρίλιο του 1974 το κλιμάκιο της ΚΥΠ/Ε στην Κερύνεια ενημέρωνε αρμοδίως όλες τις προϊστάμενες υπηρεσίες (ΓΕΕΦ, Ελληνική Πρεσβεία, ΑΕΔ (Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων) ΚΥΠ/Ε στην Αθήνα) για ασυνήθιστες δραστηριότητες του Τουρκικού Στρατού στα παράλια απέναντι από την Κύπρο. Οι δραστηριότητες περιλάμβαναν αποβατικές ασκήσεις όλων των συνταγμάτων της 39ης Μεραρχίας, μετακίνηση δυνάμεων στην περιοχή Μερσίνας, απαγόρευση μετακίνησης των αξιωματικών χωρίς έγκριση, εφοδιασμό των μονάδων με υλικά εκστρατείας κ.α.  Όμως κανένας δεν ανησυχούσε και κανένας δεν ζήτησε περαιτέρω διερεύνηση.

»Παρά το γεγονός ότι οι πληροφορίες διαβιβάζονταν στα ανώτερα κλιμάκια, τόσο στο ΓΕΕΦ όσο και στο ΑΕΔ, δεν υπήρχε ανάλογη αντίδραση. Σε καμία περίπτωση δεν ζήτησαν πρόσθετες διευκρινίσεις, όπως έπρατταν στο παρελθόν σε περιπτώσεις ασκήσεων μικρότερης έκτασης και διάρκειας».

Οι αποκαλύψεις Σημαιοφορίδη είναι εντυπωσιακές. Οι στρατιωτικές ηγεσίες και της Ελλάδας και της Κύπρου από τον Απρίλη του 1974 αντιμετώπισαν με αδιαφορία την ενημέρωση του Ελλαδίτη αξιωματικού για τις τουρκικές στρατιωτικές προετοιμασίες και σε «καμία περίπτωση δεν ζήτησαν πρόσθετες διευκρινίσεις», όπως έκαμναν στο παρελθόν για τουρκικές στρατιωτικές κινήσεις «μικρότερης έντασης και διάρκειας».

Στόχος η διπλή ένωση

Όσο και αν φαίνεται παράξενο σε μερικούς, η ιστορική αλήθεια είναι πως η χούντα και οι πραξικοπηματίες άφησαν ελεύθερους τους Τούρκους εισβολείς να καταλάβουν κυπριακό έδαφος, για να οδηγήσουν την Κύπρο στη διχοτόμηση και τη διπλή ένωση.

                Ο στρατηγός Μπονάνος καταθέτοντας στις 31 του Μάρτη του 1987 στην επιτροπή της ελληνικής Βουλής για το φάκελο της Κύπρου παρουσίασε μαγνητοταινία με τη φωνή του δικτάτορα Ιωαννίδη να λέει σε συμβούλιο που έγινε στις 20 του Ιούλη υπό την προεδρία του Γκιζίκη: «Aφήστε την Κυρήνεια να την πάρουν οι Τούρκοι για να πετύχουμε την ένωση». Ο καθένας φυσικά αντιλαμβάνεται ποιαν ένωση θα πετύχαινε ο Ιωαννίδης, αφού έδινε διαταγή να παραδοθεί μέρος της Κύπρου στην Τουρκία. Αλλά και ο Μπονάνος, που έσπευσε να κατηγορήσει τον Ιωαννίδη για παράδοση της Κερύνειας στους Τούρκους, μερικούς μήνες νωρίτερα είχε δεχτεί την ίδια κατηγορία από τον Γεωργίτση που ηγήθηκε στην Κύπρο του πραξικοπήματος εναντίον του Μακάριου.

Γράφει το «Πόρισμα για το φάκελο της Κύπρου» (σελ.121): «O M. Γεωργίτσης στην κατάθεση του στην Βουλή των Ελλήνων (2.7.1986) ανέφερε τα εξής: «Όταν στις 13 Αυγούστου επέστρεψα στην Αθήνα πληροφορήθηκα από επιτελείς ότι ο Μπονάνος τους είχε πει: «Να τους αφήσουμε τους Τούρκους για λόγους τιμής-γοήτρου να ακουμπήσουν κάπου στην περιοχή της Κερύνειας».

Όταν μάλιστα οι Τούρκοι «ακούμπησαν» στην Κερύνεια, η χούντα ετοιμάστηκε να πανηγυρίσει τη διπλή ένωση. Συγκεκριμένα, στις 22 του Ιούλη του 1974 ο Σαμψών ετοίμασε το πιο κάτω διάγγελμα: «Εν ονόματι Θεού και ανθρώπων και των θυσιών του Κυπριακού Ελληνισμού δι’ ελευθερίαν, κηρύττω την ένωσιν της Κύπρου μετά της Ελλάδος».

Τότε, οι Τούρκοι κατείχαν κυπριακό έδαφος που το πολλαπλασίασαν στη συνέχεια. Επομένως, κήρυξη της ένωσης τότε σήμαινε αποδοχή της διπλής ένωσης και έδινε στην Τουρκία ένα σοβαρό επιχείρημα να επεκτείνει την κατοχή της στην Κύπρο. Τελικά, κανένα διάγγελμα δεν έγινε. Η χούντα μπροστά στο έγκλημά της και στη διάσωση του Μακάριου άρχισε να καταρρέει και δεν ήταν σε θέση να προωθήσει ούτε την διπλή ένωση.

Γράφει το «Πόρισμα για το φάκελο της Κύπρου» (σελ. 113-114): «Η ηγεσία της ΕΦ και του ΑΕΔ στο διάστημα από τις 17 Ιουλίου και μετά τύγχαναν συνεχούς και λεπτομερούς ενημέρωσης για τις κινήσεις του εχθρού και συγκεκριμένα για τα ακόλουθα:

                • Την αυξημένη και ασυνήθιστη κίνηση σκαφών (πιθανόν πολεμικών) στο ναύσταθμο της Μερσίνας.

                • Την επιστράτευση που έγινε στους τουρκοκυπριακούς θύλακες.

                • Το διπλασιασμό του αριθμού των Τουρκοκυπρίων σκοπών στα φυλάκια που επάνδρωναν.

                • Την ετοιμασία νέων και βελτίωση υφισταμένων αμυντικών θέσεων στην περίμετρο των τουρκοκυπριακών θυλάκων.

                • Την εκκένωση του στρατοπέδου της ΤΟΥΡΔΥΚ και τη μετακίνηση της δύναμης εντός του τουρκοκυπριακού θύλακα Λευκωσίας…

                • Την πτήση 2-3 πολεμικών Α/Φ υπεράνω της Καρπασίας…την παρουσία ελικοπτέρου στο χωριό Γαλάτεια της Καρπασίας… τον εντοπισμό 14-15 πλοίων πλησίον της Μερσίνας να κινούνται με κατεύθυνση νότια-νοτιοδυτική».

»Με άκρως απόρρητο (Ε.Χ.) σήμα της 19 Ιουλίου 1974 και ώρα 23.10 η ελληνική πρεσβεία στη Λευκωσία ενημερώνει το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας για τα εξής: «Kλιμάκιον ΚΥΠ γνωρίζει υμίν τα εξής: Κατά πληροφορίας παρασχεθείσας αυτώ υπό ΓΕΕΦ, 5 τουρκικά πλοία πλέουν εις απόστασιν 12 μιλίων βορείως ακρωτηρίου Αποστόλου Ανδρέου. Ταύτα ακολουθούνται υπό 10 σκαφών αποβατικής δυνάμεως άτινα πλέουν 28 έως 30 μιλίων βορείως του ακρωτηρίου. ΓΕΕΦ δεν ανησυχεί».

Η αδράνεια του Μπονάνου                                                       

Το ΓΕΕΦ δεν ανησυχεί, δεν ανησυχεί ούτε ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων της Ελλάδας Γρηγόριος Μπονάνος, που σύμφωνα με το πόρισμα της κυπριακής Βουλής (σελ.114) «ούτε αυτός ανησύχησε μέχρι τις 6.10 το πρωί της 20ης Ιουλίου, όταν ενημερώθηκε για την τουρκική εισβολή». Επίσης, για τον Μπονάνο το πόρισμα γράφει (σελ. 119):

«O ΑΕΔ Γρ. Μπονάνος γνώριζε από τις 6.10 το πρωί της 20ης Ιουλίου για την έναρξη της αποβατικής ενέργειας, όμως σύμφωνα με την κατάθεσή του στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων:

                • Μέχρι και τις 8.00 π.μ., που συγκλήθηκε το Πολεμικό Συμβούλιο, επιτελούσε άλλα καθήκοντα,

                • Μετά τις 10 το πρωί δόθηκαν τελικές διαταγές εφαρμογής των σχεδίων απόκρουσης της στρατιωτικής επέμβασης της Τουρκίας,

                • Ολόκληρη τη μέρα δεν επικοινώνησε με το ΓΕΕΦ, γιατί δεν ήταν δικό του έργο να επικοινωνήσει,

                • Είχε ιεραρχήσει άλλα να κάνει».

                Η δήλωση του Μπονάνου είναι εκπληκτική. Πληροφορήθηκε την τουρκική απόβαση στις 6.10 το πρωί , απέφυγε να επικοινωνήσει με το ΓΕΕΦ,  «γιατί δεν ήταν δικό του έργο» (ποιου ήταν άραγε;), μέχρι τις 9 π.μ. «επιτελούσε άλλα καθήκοντα» και μετά τις 10 το πρωί, αφού οι εισβολείς είχαν αποβιβαστεί άνετα, έδωσε οδηγίες για την αντιμετώπιση της τουρκικής επίθεσης.

                Για να περιορίσει τις ευθύνες του και για να δικαιολογήσει την ελευθερία της άνετης αποβίβασης που δόθηκε στους εισβολείς, παρουσίασε στην επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων τη φωνή του Ιωαννίδη που έλεγε να αφεθούν οι Τούρκοι χωρίς αντίσταση να καταλάβουν την Κερύνεια.