Ο μέγας Αισχύλος χαρακτήρισε ακαταμάχητη τη δύναμη της ανάγκης.
Της ανάγκης έστ’ αδήριτον σθένος, έγραφε στον «Προμηθέα Δεσμώτη» (105).
Ο Δημόκριτος τόνιζε πως τίποτα δεν συμβαίνει στην τύχη, αλλά τα πάντα από κάποια αιτία ή ανάγκη. Τα ίδια δίδασκε κι ο Πλάτων στον «Τίμαιο»(28 Α).
Την αιτιότητα υπεδείκνυαν ο Ηράκλειτος κι ο Πυθαγόρας και γενικά τα αθάνατα πνεύματα της ελληνικής αρχαιότητας. Διδάγματα σοφίας στους αιώνες που εις την γυμνή εποχή μας τα σκεπάζει ασυγχώρητη η λήθη. Και παρακάμπτουμε τη δύναμη της ανάγκης που οφείλαμε να υψώνουμε ως αδήριτη και να την επιβάλλουμε ως αναπόδραστη ουσία της ζωής. Κι αυτή η ανάγκη κάλυψε συνέδριο στη Λευκωσία, όταν μετά τις ομιλίες των ρητόρων υπεδείχθη από σύνεδρο: κυρίες και κύριοι σας συγχαίρω για την επιτυχία του συνεδρίου, για τις ρητορείες, τις εισηγήσεις και τους ευγενείς πόθους, αλλά συμπληρώνω την αδήριτη ανάγκη μνείας των σκλαβωμένων ενοριών της πάσχουσας πατρίδας. Τα ελληνικά από χιλιετιών εδάφη μας που στενάζουν
επί μισό αιώνα υπό τον νεοτουρκικό ζυγό. Οφείλαμε να είχαμε μονίμως εντεταγμένα στη σειρά των ελευθέρων ακόμα εδαφών τα βαρυαλγούντα τμήματα και να διεκδικούμε ως αδήριτη υπαρξιακή ανάγκη την απελευθέρωσή τους. Για να μη χρειαστεί να επαναλάβει το ράπισμά της η Ελένη Αρβελέρ: πως οι Έλληνες είναι οι μόνοι που δεν αξίωσαν απελευθέρωση της σκλαβωμένης πρωτεύουσάς τους. Της Κωνσταντινούπολης.
Από την αρχή της τραγωδίας της εισβολής και της κατοχής της νέας τουρκοκρατίας οι κυβερνήσεις έπεσαν στις παγίδες των τουρκικών κατοχικών και των πολιτικών συνεργειών στο έγκλημα. Ο κατακτητής πατούσε την Κύπρο ουρλιάζοντας και οι πολιτικοί μας τηρούσαν άγονη σιωπή. Έπεφταν με τη μέρα η Κερύνεια, η Καρπασία, η Αμμόχωστος, η Μεσαορία, η Μόρφου κι
οι κυβερνήτες μας τηρούσαν σιγήν ιχθύος. Έπειθε ο Κληρίδης τον Ντενκτάς να υπογράψει τη συμφωνία για την επιστροφή των Καρπασιτών στην προαιώνια κοιτίδα τους κι οι καρεκλοκένταυροι της εξουσίας αγρόν ηγόρασαν. Έσφαζαν
οι Τούρκοι 29 Έλληνες της χερσονήσου και η λαλίστατη κατά τα άλλα ηγεσία μας παρίστανε την κωφή. Έδιωχναν οι κατακτητές τους Έλληνες της χερσονήσου των Αγίων, από τις πάτριες εστίες, μετέτρεπαν τις εκκλησίες μας σε στάβλους, ερείπωναν παμπάλαιους τόπους λατρείας, εκμαύλιζαν ιστορίες δόξας και ηρωισμού και οι πολιτικάντηδες γύριζαν από την άλλη μεριά του κρεβατιού τους. Συγκροτούσαν συλλαλητήρια οι πρόσφυγες, οι ρήτορες φώναζαν στις κοσμοσυρροές και στους πρωτοκάθεδρους τις γοερές ανάγκες, επαναλάμβαναν τις υποδείξεις της προγονικής σοφίας, ο λαός απαιτούσε απελευθερωτική δράση και οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας άλλαζαν βιολί. Πολιορκούσε ο κόσμος Προεδρικό, υπουργεία, Βουλή αλλ’ ουκ ήν φωνή ουδέ ακρόασις. Και οι ηγέτες μας ικέτευαν τους Εγγλέζους να παρέμβουν πολιτικά για να σώσουν το ναυάγιο που οι ίδιοι τορπίλιζαν από το 1959. Ζητούσαν από τους «εγγυητές» της ανεξαρτησίας παρεμβάσεις κατά τα συμφωνηθέντα και οι μεν ηγέτες της μητρός πατρίδος παρίσταναν τους Κινέζους, και οι συνταγματάρχες της Χούντας σχεδίαζαν πραξικοπήματα. Οι δε Εγγλέζοι ανάσκαφταν τα υπόγεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης κι άνοιγαν υπονόμους εχθρών που οι ίδιοι επιστράτευαν για να ταχθούν υπέρ της σαρκοβόρου Τουρκίας.
Και ενώ η πατρίδα χάνεται από μέρα σε μέρα και η νεολαία απογοητευμένη αλλάζει δρόμους, αναζητώντας διεξόδους σε ερήμους πολιτισμού, αφήνεται έρμαιο στους πειρατές της ιδεολογικής αλλοτρίωσης, το δε Υπουργείο Παιδείας αλλάζει τίτλους και περί άλλα τυρβάζει, ο κόσμος λοξοδρομεί προς τα κατεχόμενα και ασυνείδητα ενισχύει την κατοχή χωρίς πλέον σώφρονες επιλογές και η χιλιόχρονη ιστορία διαβρώνεται με επί κεφαλής τους χρόνιους Ισκαριώτες που συνεχίζουν την αλλαξοπιστία, παρορμώμενοι από την εντολή πως όποιος θέλει να καταστρέψει ένα λαό του αλλάζει την γλώσσα. Και αυτό συντελείται εις ακρόαση του αρμοδίου υπουργείου που συμβάλλει στην αντικατάσταση της λαλουμένης ελληνικής με την ιδιωματική τοπολαλιά που ναι μεν είναι σεβαστή αλλά διαχωρίζει τον λαό από τον υπόλοιπο ελληνισμό
σε βαθμό που να προκαλούνται γραμματικές γραπτές και λεκτικές αδυναμίες στη συνεννόηση και γενικά στην έκφραση. Και είναι θέμα κοινής λογικής πως τέτοια αλλοτρίωση βιάζει την φυσιολογική εξέλιξη, δημιουργώντας συνειδησιακές παραμορφώσεις που χαρακώνουν την ψυχή με μαχαιριές αποξένωσης από την εθνική παιδεία και την παραδοσιακή διαμόρφωση
του ανθρώπου.
Οπότε οι νουνεχείς Έλληνες διερωτώνται εν αγανακτήσει: Τα μηνύματα είναι καθαρά. Οι οιωνοί ολοφάνεροι. Το μέλλον ζοφερό. Η διαγραφόμενη μοίρα κατανοητή. Ο Νικόλαος Πλαστήρας διείδε από το άλγος της Μικρασιατικής Καταστροφής το 1922 τα αποτελέσματα της βασιλικής βλακείας και έστησε
6 υπηρέτες της στο απόσπασμα Γουδίου. Και ναι μεν δεν διέκοψε το κακό, αλλά τουλάχιστον επέβαλε κάποιο είδος τιμωρίας. Αργότερα ο πρωθυπουργός Κορυζής, το 1941, διαφώνησε με το βασιλιά, επί κατοχής, πήγε στο σπίτι του και πυροβόλησε με δύο σφαίρες την καρδιά του. Εδώ δεν είχαμε Πλαστήρα, ούτε κανείς τίναξε τα μυαλά του στον αγέρα. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε για την αποσόβηση των ορατών επερχομένων; Ο λόγος βαρύνει τον Λαό. Σκληρές οι αλήθειες που καταγράφονται αλλά το χρέος των κυβερνώντων και των πολιτευομένων διαυγές και επιτακτικό.
*Πρόεδρος των Συνδέσμων Αγωνιστών ΕΟΚΑ.