Οι τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μετά τις τρομοκρατικές ενέργειες της Χαμάς και την αντίδραση του Ισραήλ, απέδειξαν για άλλη μια φορά ότι ουσιαστικά η Τουρκία δεν θέλει και δεν ανήκει στη δυτική συμμαχία. Η απόφαση του Ταγίπ Ερντογάν να συνταυτιστεί με τους ακραίους ισλαμιστές της Χαμάς και του Ιράν δείχνει ξεκάθαρα προς τα πού κινείται η χώρα.
Στην πραγματικότητα, η Τουρκία ουδέποτε υπήρξε αξιόπιστος εταίρος και σύμμαχος. Η ιστορία των τελευταίων 100 και πλέον χρόνων το αποδεικνύει περίτρανα, αφού σε πολλές κρίσιμες ιστορικές περιόδους, η χώρα αυτή, όχι μόνο δεν συστρατεύτηκε με τους δυτικούς της εταίρους και συμμάχους, αλλά βρέθηκε απέναντί τους.
Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο πολέμησε εναντίον της Δύσης, ενώ στο δεύτερο παρέμεινε προκλητικά ουδέτερη, διευκολύνοντας μάλιστα την προέλαση της ναζιστικής Γερμανίας προς την τότε Σοβιετική Ένωση μετά την κατάληψη της Ελλάδας. Επέτρεπε επίσης τη διέλευση γερμανικών πολεμικών πλοίων από τα στενά του Βοσπόρου και «κήρυξε» τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας το Φεβρουάριο του 1945, όταν οι σύμμαχοι έφτασαν στα περίχωρα του Βερολίνου.
Όταν το 2003 οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν να επιτεθούν στο Ιράκ, ζήτησαν από την Τουρκία να χρησιμοποιήσουν τις αμερικανικές βάσεις στη χώρα, αλλά και τη διέλευση από το τουρκικό έδαφος χερσαίων στρατιωτικών δυνάμεων, οι οποίες θα εισέβαλλαν στο βόρειο Ιράκ. Η Ουάσιγκτον μάλιστα πρόσφερε στην Άγκυρα οικονομική βοήθεια δισεκατομμυρίων δολαρίων, με την καταβολή ζεστού χρήματος που είχε ανάγκη, τη διαγραφή διαφόρων χρεών, αλλά και στρατιωτικό εξοπλισμό. Το αίτημα της Ουάσιγκτον απορρίφθηκε με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος, να αλλάξουν τα στρατιωτικά σχέδια και να απαιτηθούν πολύ περισσότερα χρήματα για τη μεταφορά των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων από αλλού.
Στον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους, η Τουρκία τάχθηκε ουσιαστικά με τους τρομοκράτες του ISIS, τους οποίους και χρηματοδοτούσε. Όπως αποκάλυψαν δορυφορικές εικόνες και βίντεο που δόθηκαν τότε στη δημοσιότητα, εκατοντάδες βυτιοφόρα πηγαινοέρχονταν καθημερινά από τα νότια της χώρας στις περιοχές που έλεγχε το Ισλαμικό Κράτος και μετέφεραν πετρέλαιο πίσω στην Τουρκία. Υπολογίστηκε μάλιστα ότι η Τουρκία πλήρωνε στους τρομοκράτες του ISIS ένα εκατομμύριο δολάρια ημερησίως για την αγορά του πετρελαίου.
Η Τουρκία, όμως, δεν έμεινε μόνο στην αγορά πετρελαίου από τους ισλαμιστές τρομοκράτες και στην χρηματοδότησή τους. Αποκαλύφθηκε επίσης ότι τροφοδοτούσε τον ISIS και με στρατιωτικό εξοπλισμό, όταν, όπως δημοσίευσε η εφημερίδα Τζιουμχουριέτ το Μάιο και Ιούνιο του 2015, η τουρκική στρατοχωροφυλακή ανέκοψε για έλεγχο μια πομπή φορτηγών αυτοκινήτων. Σύμφωνα με την έκθεση της στρατοχωροφυλακής, τα φορτηγά ανήκαν στη ΜΙΤ, τις Τουρκικές Μυστικές Υπηρεσίες και μετέφεραν εκρηκτικά. Η Τζουμχουριέτ δημοσίευσε φωτογραφίες από τα φορτηγά αλλά και βίντεο-τεκμήριο στην ιστοσελίδα της, που αποδεικνυόταν ότι μεταφέρονταν όπλα και τζιχαντιστές σε στρατόπεδο του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία. Το επίσημο τουρκικό κράτος εξόπλιζε τους τρομοκράτες του ISIS.
Πρόσφατα, με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Τουρκία το παίζει σε διπλό ταμπλό: Πώλησε μεν κάποια drones στην Ουκρανία, αλλά τήρησε αποστάσεις από τις κυρώσεις που επέβαλαν οι δυτικοί «σύμμαχοί» της σε βάρος της Ρωσίας και Ρώσων ολιγαρχών. Αρνήθηκε να κλείσει τον εναέριό της χώρο στα ρωσικά αεροσκάφη και παράλληλα μετατράπηκε σε ασφαλές καταφύγιο Ρώσων ολιγαρχών, εναντίον των οποίων επιβλήθηκαν κυρώσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ.
Αλλά και στο θέμα της ένταξης της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ ζήτησε παράλογα ανταλλάγματα, που δεν είχαν καμία σχέση με τη Βορειοατλαντική Συμμαχία, όπως θέματα που αφορούν την ενταξιακή της πορεία στην ΕΕ.
Με τη σημερινή κρίση στη Μέση Αναστολή, η Τουρκία του Ερντογάν συνταυτίστηκε με το Ιράν και τους εξτρεμιστές μουσουλμάνους. Οι καθημερινές εμπρηστικές του δηλώσεις, αλλά και άλλων Τούρκων αξιωματούχων έχουν προκαλέσει τέτοιο ψυχροπολεμικό κλίμα, που, σε συνδυασμό με τις βίαιες διαδηλώσεις, υποχρέωσαν τις ΗΠΑ να κλείσουν το προξενείο τους στα Άδανα, ενώ το Ισραήλ διέταξε την αποχώρηση όλων των διπλωματών του από τη χώρα.
Αυτή, λοιπόν, είναι η Τουρκία. Αποδεικνύεται ότι διαχρονικά είναι αντιμέτωπη με τους συμμάχους της και τους δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. Το επιχείρημα κάποιων ότι η Τουρκία έχει το μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ δεν σημαίνει τίποτε. Το αποδεικνύει συνεχώς εδώ και 100 και πλέον χρόνια με την όλη συμπεριφορά της. Ουδέποτε πολέμησε με τους συμμάχους. Πάντοτε ήταν στην απέναντι όχθη.
Αυτή η αλλοπρόσαλλη τουρκική πολιτική έχει επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο την τελευταία 20ετία με την άνοδο του Ταγίπ Ερντογάν στην εξουσία, ο οποίος επιδιώκει να καταστεί ο πολιτικός ηγέτης του ισλαμικού κόσμου.
Είναι καιρός να αλλάξει η άποψη που επικρατεί στα ανώτατα κλιμάκια του ΝΑΤΟ ότι λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης, αλλά και το γεγονός ότι διαθέτει το δεύτερο πολυπληθέστερο στρατό στη συμμαχία, η Τουρκία είναι απαραίτητη για τη Δύση και την ασφάλειά της. Είναι μια άποψη που την εκμεταλλεύεται στο έπακρον η Άγκυρα, με αποτέλεσμα, πολλές φορές, να ακολουθεί αντίθετη πολιτική από αυτή των συμμάχων, όπως κάνει τώρα με την κρίση στη Μέση Ανατολή, αλλά και εδώ και ενάμιση χρόνο στο θέμα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και την αγορά των S400.
Οι Αμερικανοί, που είναι η κυρίαρχη και κινητήρια δύναμη στο ΝΑΤΟ, άρχισαν ήδη να κάνουν σενάρια επί χάρτου, αλλά και στην πράξη, για την ασφάλεια και το μέλλον της συμμαχίας και χωρίς την Τουρκία. Η αξιοποίηση του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης για στρατιωτικούς σκοπούς και η επέκταση στο διπλάσιο της βάσης στη Σούδα, είναι ενδεικτικά των προθέσεων της Ουάσιγκτον. Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ παρομοιάζεται με αεροπλανοφόρο: για να στρίψει χρειάζεται πολύ χώρο και χρόνο. Και όταν αρχίζει να αλλάζει ρότα, δεν σταματά. Ο χρόνος θα το δείξει. Κύπρος και Ελλάδα θα πρέπει να εκμεταλλευτούν τα νέα δεδομένα με κάθε τρόπο. Πρέπει και μπορούν.
*Δημοσιογράφος Πολιτικός Επιστήμονας.