Ό,τι και να ισχύει με την εγκαταλελειμμένη κοινότητα της Τρόζενας στη Λεμεσό, η ραγδαία επενδυτική δραστηριότητα από τρίτους σε πόλεις και χωριά της (ελεύθερης) Κύπρου αγγίζει και ενίοτε ξεπερνά τα όρια της εποικιστικής αποικιοκρατίας. Δεν είναι αστείο. Η Λεμεσός και αυτοί που παραχώρησαν την πόλη στους ξένους επενδυτές, άνοιξαν τον δρόμο για μια νέα αποικιοκρατία, με το καμουφλάζ μιας ανάπτυξης που βασίζεται στη διάκριση εις βάρος των ντόπιων. Ακολούθησαν τερατώδεις αναπτύξεις στη Λάρνακα και στην Πάφο, που δημιούργησαν μια δύσκολη κατάσταση για τους ιθαγενείς, όσους δηλαδή δεν έχουν να πουλήσουν και προτιμούν να ζήσουν στον τόπο τους.
Ειδικότερα, η επιχείρηση για δημιουργία κοινότητας από εταιρεία ισραηλινών συμφερόντων στην Τρόζενα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή, αναπτυξιακή δραστηριότητα, αλλά ως εποικισμός, όπως αυτόν που συμβαίνει -κάποτε επίσης με ισραηλινά κεφάλαια- στα κατεχόμενα. Η εταιρεία που καλοβλέπει την Τρόζενα έχει υποβάλει ήδη αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας, που αφορά 60 κατοικίες, έναν κατασκηνωτικό χώρο και ένα οινοποιείο, κάτι που καθιστά δημογραφική αλλοίωση, μπορεί και πολιτισμική γενοκτονία.
Μπορεί να χρησιμοποιούμε όρους παρατραβηγμένους, αλλά όποιος έχει αντίληψη της πραγματικότητας, γνωρίζει ότι αν προχωρήσει το σχέδιο και εγκριθούν οι άδειες, η Τρόζενα θα γίνει κάτι άλλο και -ασφαλώς- οι επενδυτές δεν θα χορτάσουν με αυτήν. Όπως οι Ρώσοι και οι Ισραηλινοί δεν είχαν χορτάσει με την παραλιακή της Λεμεσού και άρχισαν να εισβάλλουν στα προάστια ή και σε άλλες πόλεις, δημιουργώντας ανυπόφορη κατάσταση με τις υπερεκτιμήσεις, τα υψηλά ενοίκια, τα τερατουργήματα μέσα και έξω από τα αστικά κέντρα.
Όλα αυτά δεν συμβαίνουν αποκλειστικά στην Κύπρο. Επί παραδείγματι, ο παραλιακός οικισμός του Πλωμαρίου στη Λέσβο, έχει προσελκύσει τα τελευταία χρόνια δεκάδες αγοραστές κυρίως από το Ισραήλ και την Τουρκία. Οι αυθαιρεσίες, οι παρεμβάσεις, όπως το κλείσιμο δημοσίων διόδων προς παραλίες, η κοπή αρμυρικιών, η ανύψωση τειχών και φραχτών, η καταστροφή και αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος, είναι μερικές από τις καταγγελίες των κατοίκων, που αισθάνονται ξένοι στον τόπο τους.
Στην Κύπρο αγοράζονται ολόκληρες εκτάσεις και κοινότητες, για να δημιουργηθούν ζώνες αποκλειστικά για τους επενδυτές, τους φίλους, τους αγοραστές και τους «εποίκους» σαν να βρισκόμαστε στη Βόρεια Αμερική του 1700 και είμαστε οι Ινδιάνοι αλλά χωρίς να βγάζουμε και άχνα. Δεν φτάνει που η μισή βουλιάζει από τον τουρκικό εποικισμό, τον σφετερισμό, την παράνομη αγοραπωλησία ελληνοκυπριακών περιουσιών και την καταστροφή τους, η άλλη μισή πωλείται σε τρίτους επενδυτές, κυρίως Ισραηλινούς, και αυτό καταγράφεται -πανηγυρικά μάλιστα- ως οικονομική ανάπτυξη.
Χρειάζεται, επιτέλους, να τεθεί όριο στην πώληση περιουσιών σε ξένους επενδυτές και στην παραχώρηση αδειών σε όποιον χτυπήσει την πόρτα των κρατικών υπηρεσιών. Διότι θα ξυπνήσουμε μια μέρα και θα είμαστε ξένοι σε αυτό τον τόπο, υπήκοοι των επενδυτών και υπάλληλοι των ντιβέλοπερ, δίχως δάση, παραλίες, σχολεία, εκκλησιές, σπίτια, χωράφια. Μια μέρα θα ξυπνήσουμε και θα κυβερνούν ολοκληρωτικά οι επενδυτές, τόσο στις ελεύθερες περιοχές όσο και στα κατεχόμενα, που ήδη κάνουν αλισβερίσια ό,τι και να ισχύει στην πολιτική διαδικασία. Αυτό είναι το μέλλον της Κύπρου, λοιπόν; Και δεν ενδιαφέρει (σχεδόν) κανένα από τα κόμματα που ζητούν την ψήφο μας;