Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει την εκφορά του λόγου του Θεού ως θυσία, και μάλιστα θυσία σπουδαία και υψίστη. Λέει χαρακτηριστικά: «Και ποία θυσία λόγος; […] Μεγίστη μεν ουν, αγαπητέ, και σεμνοτάτη, και των άλλων απασών βελτίων». Όχι μόνο είναι σπουδαία, αλλά συνάμα είναι και η πιο αξιόλογη από όλες τις θυσίες.

Ο ιερός πατήρ θεωρεί βασική προϋπόθεση για την εκφορά του λόγου του Θεού τη ψυχική καθαρότητα αυτού που τον καταθέτει. Γράφει αλλού: «Όπως τα στεφάνια πρέπει να έχουν άνθη καθαρά, αλλά όχι μόνο τα άνθη να είναι καθαρά, αλλά και τα χέρια που τα προσφέρουν, έτσι και με τον λόγο του Θεού. Πρέπει αυτός που τον αναπέμπει να είναι ψυχή καθαρή». Είναι αυτό που προτρέπει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «καθαρθήναι δει πρώτον και είτα καθάραι, φωτισθήναι και είτα φωτίσαι». Πρέπει να προηγηθεί η πνευματική κάθαρση και ο προσωπικός φωτισμός, και υστέρα να επιχειρηθεί η εκφορά του λόγου του Θεού.

Η βίωση του λόγου από αυτόν που τον εκφέρει αποτελεί, λοιπόν, βασική προϋπόθεση για την προσφορά της θυσίας του λόγου, όπως χαρακτηρίζει ο ιερός Χρυσόστομος την εκφορά του λόγου.

Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει από τη δική του πλευρά πως μόνο ο λόγος ενός πραγματικά πιστού ανθρώπου μπορεί να έχει απήχηση. Σημειώνει ο Ιερός Πατήρ: «Αξιοπιστία του διδάσκοντος ευπαράδεκτον τον λόγον καθίστησι». Για αυτό ακριβώς και ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης τονίζει πως πιο ωφέλιμος από πνευματική άποψη είναι ο βίος ενός αγιασμένου ανθρώπου, παρα ο λόγος κάποιου που δεν είναι σωστός από πνευματική άποψη. Συγκεκριμένα: «Βίος άνευ λόγου μάλλον ωφελείν πέφυκεν, ή λόγος άνευ βίου. Ο μεν γαρ, και σιγών ωφελεί· ο δε και βοών ενοχλεί». Δηλαδή, ο βίος ενός αγίου ανθρώπου ωφελεί περισσότερο (έστω και αν δεν συνοδεύεται από τον λόγο), παρά ο λόγος ενός ανθρώπου που ο όλος βίος και η πολιτεία του είναι αντίθετα από αυτά που λέει. Σε μια τέτοια περίπτωση η εκφορά του λόγου συνιστά οχληρία.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, όταν ο άγιος Παλλάδιος αναφερόταν στον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, σπουδαίο θεολόγο της Εκκλησίας, του οποίου ο λόγος ήταν πλήρως εναρμονισμένος με την κατά Θεόν πολιτεία του, εκείνο που εκθειάζει, παρά ταύτα, σε αυτόν δεν είναι ο λόγος του, αλλά η σιωπή και η ασκητική του όψη. Σημειώνει: «Ήταν χαρά και πνευματική ευωχία και μόνο να βλέπεις την αγία ασκητική του όψη∙ σιωπώντας και χωρίς καθόλου να ανοίξει το στόμα του, ήταν ικανός να σου διδάξει την αρετή». Το ίδιο αναφέρει και ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος για τον αββά Αρσένιο τον Ρωμαίο: «η ομιλία του λόγου και η χρήσις αυτού περιττή εγένετο εν αυτοίς». Δηλαδή, για εκείνους που τον επισκέπτοταν δεν υπήρχε λόγος να ανοίξει το στόμα του για να τους πει λόγο ωφέλιμο, από τη στιγμή που ο ίδιος ως μια ασκητική παρουσία αποτελούσε τον πιο ηχηρό και πειστικό πνευματικό λόγο.

Επομένως, λοιπόν, όπως γράφηκε κατ΄ επανάληψιν πιο πάνω, απαραίτητη προϋπόθεση για την εκφορά του λόγου του Θεού είναι η πνευματική αρτιότητα αυτού που τον καταθέτει. Συστήνει σχετικά ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος: «Μη διδάξεις ποτέ σε κάποιο κάτι που εσύ δεν βίωσες, για να μην ντροπιαστείς στη συνέχεια όταν θα αποκαλυφθεί πως όλα αυτά που λες για σένα είναι ένα ψέμα». Μάλιστα, ο νηπτικός αυτός πατέρας της Εκκλησίας αναφέρει πως εκείνος που εκφέρει τον λόγο του Θεού πρέπει να έχει πνεύμα ταπείνωσης και να θεωρεί πως από πνευματική άποψη είναι πολύ κατώτερος από εκείνους προς τους οποίους απευθύνεται: «Προκατάλαβε κατακρίνων σεαυτόν και δεικνύων ότι υποδεέστερος αυτού ει». Αλλού τονίζει: «Εάν παραστεί ανάγκη να εκφέρεις τον λόγο του Θεού, να το κάνεις πάντως ως μαθητής και ουδέποτε ως αυθεντία»∙ εννοεί, δηλαδή, να θεωρεί ο διδάσκων ότι ο λόγος του Θεού είναι αυτός που έχει αξία, και όχι αυτός. Σε άλλο σημείο πάλι αποφαίνεται: «Εάν δε λαλήσης τινί τι των οφειλομένων, εν τάξει μανθάνοντος λάλησον και μη μετά αυθεντίας και αναιδείας».

Τέλος, εκείνο που πρέπει να συνέχει αυτόν που διδάσκει τον λόγο του Θεού είναι η αυτομεμψία και το ότι ουσιαστικά εκείνο που βοηθά πνευματικά τον άνθρωπο και τον ωθεί στην πίστη είναι η κατά Θεόν πολιτεία αυτού που εκφέρει τον λόγο του Θεού. Τέλος, οι πράξεις του είναι εκείνες που διδάσκουν: «Εαυτόν κατακρινέτω (ενν. τις), […] και αντί των αισθητών αυτού λόγων η αγαθή αυτού πολιτεία διακονείτω, και αντί των φωνών του στόματος αυτού η πράξις αυτού διδασκέτω.».