Η ανακίνηση του Κυπριακού προβλήματος από τον Γεν. Γραμματέα του ΟΗΕ συμπίπτει, δυστυχώς επισκιαστικά, με την πολεμική κρίση στη Μέση Ανατολή. Αναντίλεκτα το περιοχικό και διεθνές κλίμα δεν βοηθά στην επικέντρωση του ενδιαφέροντος και της ενασχόλησης του διεθνούς παράγοντα με το Κυπριακό και την αναγκαιότητα επηρεασμού της κατοχικής Τουρκίας για αλλαγή της στάσης της στο πρόβλημα. Παρά ταύτα φαίνεται ότι η απόφαση του Γεν. Γραμματέα για επανέναρξη διαπραγματεύσεων παραμένει σταθερή. Πλαίσιο της λύσης είναι η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα.
Βέβαια εκείνο που έχει πρωταρχική σημασία δεν είναι απλά η επανασυνεύρεση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά η δημιουργία συνθηκών εξεύρεσης λύσης του Κυπριακού προβλήματος. Και αυτή η πρωταρχική στόχευση θα πρέπει να προωθηθεί από την αρχή με επεξεργασία συνθηκών δημιουργίας συνομιλιών επί των πτυχών του Κυπριακού προβλήματος, που παραμένουν, όπως διαφάνηκε στο Κραν Μοντανά, τα θέματα βασικής διαφοράς μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς. Και τούτο διότι εάν και αυτός ο γύρος των συνομιλιών αποτύχει τότε το συμπέρασμα του διεθνούς παράγοντα θα είναι ότι δεν λύεται τελικά το Κυπριακό. Συνεπακόλουθα θα επέλθει η ταϊβανοποίηση του Τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους με υπαρξιακές συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία και την ελληνοκυπριακή πλευρά δεδομένου του στρατηγικού στόχου της Τουρκίας για έλεγχο όχι απλά της μισής, αλλά ολόκληρης της Κύπρου.
Για να υπάρξει προοπτική επίλυσης του Κυπριακού, επανένωσης και απελευθέρωσης της Κύπρου στη βάση λειτουργικής και βιώσιμης λύσης δεν αρκεί η επικοινωνιακή συνθηματολόγηση για επανέναρξη των συνομιλιών από το σημείο που έφτασαν στο Κραν Μοντανά. Επιβάλλεται να υπάρξει έγκαιρα σκληρή διπλωματική δραστηριότητα στα πλαίσια μιας τεχνοκρατικής επεξεργασίας των εκκρεμούντων ζητημάτων. Προς τούτο χρειάζεται άμεσα να ετοιμαστεί το τρίπτυχο, δηλαδή καταγραφή των συγκλίσεων και της θέσης της κάθε πλευράς στα επίμαχα θέματα που αποτελούν το κατάλοιπο των διαφορών. Πρόσθετα θα χρειαστεί να υπάρξουν υπαλλακτικές πολιτικές και τεχνοκρατικές εισηγήσεις για το κάθε ζήτημα προς συμβιβασμό.
Παράλληλα με την διπλωματική και τεχνοκρατική δράση επιβάλλεται από τώρα να οργανωθεί εκστρατεία διαφώτισης των πολιτών, όχι με ιδιοτελείς ατομικούς και κομματικούς στόχους, ως προς το τι είναι λειτουργική και βιώσιμη λύση. Είναι πολύ ανησυχητικό το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ότι το «Κυπριακό» κατατάσσεται τελευταίο στα ζητήματα που απασχολούν τους Ελληνοκύπριους. Και τούτο οφείλεται στην απογοήτευση των πολιτών όσον αφορά την προοπτική λύσης του Κυπριακού εξ αιτίας της αδιάλλακτης Τουρκικής στάσης και στην αισθηματική διαπίστωση ότι «καλά περνούμε» μη προσμετρώντας τους υπαρξιακούς κινδύνους του μέλλοντος. Πρέπει να γίνει συνείδηση όλων ότι η παράλυση δεν είναι λύση.
Καταληκτικά είναι εκτιμητέες οι προσπάθειες που γίνονται για έναρξη συνομιλιών και η θετική ανταπόκριση του Γενικού Γραμματέα. Στόχος, όμως, δεν είναι η έναρξη συνομιλιών αλλά η επίλυση του Κυπριακού και προς τούτο χρειάζεται διπλωματική και νομοτεχνική προετοιμασία ώστε να υπάρχουν λογικά ελπίδες επίτευξης του στόχου.
*Πρώην Ευρωβουλευτής