Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος στα περίφημα ασκητικά του αναφέρει, «ο φεύγων την ανάπαυσιν του παρόντος βίου, τούτου ο νους κατασκόπευσε τον μέλλοντα αιώναν». Δηλαδή, εκείνος που σε όλη τη ζωή του δεν είχε την άνεση και την τρυφή, αλλά είχε την κατά Θεόν κακοπάθεια και άσκηση, αυτού ο νους αξιώθηκε να δει και να ζήσει, απ’ αυτή τη ζωή, την ογδόη ημέρα της αιωνιότητας.
Γι΄ αυτό και ο ίδιος σε μια άλλη συνάφεια θα τονίσει «μην συγκρίνεις τους ποιούντας σημεία και τέρατα εν τω κοσμώ τοις ησυχάζουσιν εν γνώσει». Δηλαδή, να μην συγκρίνεις αυτούς που μέσα στο κόσμο μπορεί να κάνουν σπουδαία πράγματα με αυτούς που ακολουθήσαν τον μοναχικό και ησυχαστικό βίο, εννοείται ότι αυτοί είναι ανώτεροι πνευματικά.
Ένα τέτοιο πρόσωπο λοιπόν υπήρξε και ο Άγιος Σάββας ο Ηγιασμένος. Από τον καιρό που ήταν μικρό παιδί ενστερνίστηκε τον εν φιλοσόφω βίο, όπως αποκαλούν οι Θεοφόροι Πατέρες τον μοναχικό βίο.
Όντας άγιος έγινε κατά τη θεολογία του Μεγάλου Βασίλειου «οικείος τω πνεύματι, εν παρέχων εαυτόν προς ενοίκησιν και ναός αυτού χρηματίζων». Δηλαδή, έγινε οικείος με το Άγιο Πνεύμα και παραχώρησε τον εαυτό του ψυχή τε και σώματι σε Αυτό και έγινε κατοικητήριό Του. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο και ο όλος βίος του συνδέεται με έκτακτα και υπερφυσικά γεγονότα.
Εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί πως σπουδαία υπήρξε και η ορθόδοξη ομολογία που πρόβαλε κατά των αιρετικών μονοφυσιτών. Αυτοί, ως γνωστόν, αρνούνταν ότι ο Χρίστος έχει δυο φύσεις , τη θεϊκή και την ανθρώπινη, και ισχυρίζονταν ότι έχει μόνο τη θεϊκή φύση.
Στα χρόνια του Αγίου Σάββα αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο μονοφυσίτης Αναστάσιος. Αυτός, δυστυχώς, εδίωκε τους Ορθοδόξους και σαφώς τασσόταν με τους αιρετικούς μονοφυσίτες. Ο Άγιος αποστέλλεται από τον Πατριάρχη Ηλία για να του εξηγήσει την πλάνη της αίρεσης και για να παύσει τους διωγμούς κατά των ορθοδόξων. Η αποδοχή αυτής της αποστολής φανερώνει και τη γενναιότητα του Αγίου Σάββα, αφού την εποχή εκείνη ο λόγος και η θέση του Βασιλιά δεν χωρούσαν καμίαν αμφισβήτηση. Τυχόν αμφισβήτηση του Βασιλιά σήμαινε τιμωρία ακόμα και θάνατο. Ο Άγιος φτάνει στην Κωνσταντινούπολη ντυμένος με φτωχικά, όπως αναφέρει ο Συναξαριστής, ιμάτια, και εκδιώκεται από τους φύλακες. Στη συνέχεια, όταν τον βρίσκουν οι παλατιανοί, καθώς μπαίνει στα ανάκτορα, ο βασιλιάς Αναστάσιος βλέπει «άγγελο Κυρίου ανθρωπόμορφο με λαμπρή στολή», ο οποίος , όπως αναφέρει ο συναξαριστής, «προεπορεύετο του Αγίου και του έκανε τόπο να περιπατεί ανεμποδίστως».
Στον βίο του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, βρίσκει πλήρη εφαρμογή ο λόγος του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, που λέει χαρακτηριστικά, «ο άνθρωπος ενώνεται με τον Θεό ψυχικά και σωματικά και γίνεται κατά χάριν θεός. Ένας τέτοιος θεώμενος άνθρωπος δεν θαυμάζει, ούτε δελεάζεται από τα ευχάριστα του κόσμου τούτου. Βλέπει το χρυσαφί και ούτε καν δίνει σημασία στην λαμπρότητα και στην υλική του αξία, γιατί ξέρει πολύ καλά πως είναι ένα υλικό πράγμα βγαλμένο από τη γη και τίποτα περισσότερο, γι’ αυτό και δεν το υπολογίζει».
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Άγιος απορρίπτει την πρόταση του Βασιλιά που ήθελε να του δώσει χρυσάφι. Η απάντηση του ήταν «εγω κράτιστε βασιλεύ πρώτον μεν ήλθον να προσκυνήσω την σην ευσέβειαν πριν αποθάνω και το σπουδαιότερο να ειρηνεύσης τας εκκλησίας».
Ο Άγιος Νείλος στο 153ο κεφάλαιο του έργου του περί προσευχής, στη φιλοκαλία, δίνοντας την κοινωνική διάσταση του μοναχού αναφέρει, «μονάχος εστίν ο πάντων χωριστείς και πάσιν συνηρμοσμένος». Δηλαδη, μοναχός είναι εκείνος που τοπικά είναι μακριά από τον κόσμο και τους ανθρώπους, όμως, ο νους και η έννοια του είναι οι άνθρωποι και τα προβλήματά τους. Έτσι ο Άγιος Σάββας, όντας γνήσιος μοναχός, νοιαζόταν για τα προβλήματα του κόσμου. Στα χρόνια του ξέσπασε στη Παλαιστίνη, μια λοιμώδης θανατηφόρα αρρώστια και ταυτόχρονα υπήρχε μεγάλη ανομβρία. Συνέπεια τούτου ήταν να ξεσπάσει μεγάλη πείνα. Ο Βασιλιάς εξέδωσε τότε έναν άδικο νόμο με βάση τον οποίο ο γείτονας του νεκρού όφειλε να πληρώσει πέραν από τον δικό του φόρο και το φόρο του νεκρού γείτονά του. Μόλις άκουσε αυτό το πράγμα ο Άγιος πήγε στην Κωνσταντινούπολη, και έλεγξε το Βασιλιά για τον άδικο αυτό νόμο. Αυτός, δυστυχώς δεν τον άκουσε, όμως, ο Άγιος επέμενε μέχρι που ο Βασιλιάς έγινε ο Ιουστίνος ο Α΄, ο οποίος ,κατόπιν παρεμβάσεως τους Αγίου, κάπως υποχώρησε. Ο νομός αυτός εξαλείφθηκε πλήρως από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό μετά από συνεχείς πιέσεις και παραβάσεις του Αγίου Σάββα. Αυτός λοιπόν υπήρξε ο Άγιος Σάββας, ένας γενναίος ομολογητής της ορθοδοξίας αλλά συνάμα και ένας κατεξοχήν θεώμενος κοινωνικός άνθρωπος
*Διευθυντή Γραφείου Ορθοδόξου, Ομολογίας, Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού.