Σκέφτομαι πως με τον Παπαδιαμάντη δεν τελειώνουμε ποτέ. Γιατί κείται ή τίθεται, καλύτερα, πάντοτε εις κεφαλήν γωνίας, κατά το «λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες κ.λπ.. Έτσι, λοιπόν, μας ακολουθεί, έρχεται κι ο ίδιος με ένα λύχνο, όπως στους δρόμους της Σκίαθου ή των Αθηνών, που έζησε, και μας φωτίζει το δρόμο. Είναι από μέρους του όλη εκείνη η τρυφερότητά του για κάθε «πειναλέο ανθρωπίσκο», για κάθε ταπεινό και περιφρονημένο αδελφό μας.

Τους συναντούμε όλους αυτούς τους ελαχίστους παντού, να διαπερνούν το έργο του. Έτσι, στέκομαι ενδεικτικά στον «Αλιβάνιστο», όπου είναι, «…ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κ’ έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών. Όπως και στο Χριστουγεννιάτικο «Άνθος του Γυαλού» όπου συναντούμε τον Μάνο του Κορωνιού, που ήτον αδύνατος στα μυαλά όπως και πας θνητός… που έβλεπε, όμως βραδιές τώρα, το παράδοξον εκείνο μεμακρυσμένον φως να τρέμη και να φέγγη εκεί εις το πέλαγος, ενώ ήξευρεν, ότι δεν ήτο εκεί κανείς φάρος…» Για να καταλήξει ο αφηγητής: «Και τή Σπίθα εκείνη… κανείς δεν την βλέπει πιά, παρά μόνον όσοι ήταν καθαροί τον παλαιόν καιρόν, και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας».

Θα μπορούσα, μέρες που είναι, να σταθώ σε κάποια Χριστουγεννιάτικα διηγήματα που τόσο αγαπήσαμε άλλοτε στα μαθητικά μας χρόνια, που αποπνέουν αυτή την καλοσύνη και την αγάπη μέσα στα πάθη τού κόσμου τούτου, την κοινωνική αδικία και την πενία. Στη θειά Αχτίτσα πρώτα του διηγήματος «Η Σταχομαζώχτρα», ή στον μπάρμπα Διόμα, στο διήγημα «Η Υπηρέτρα», ο οποίος «παύων να μονολογή, ήρχιζε να τραγωδή διά της τραχείας και μονοτόνου φωνής του: Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νιάτα!… και δεν έλεγεν άλλον στίχον» ή στον Αμερικάνο, του ομώνυμου διηγήματος, που έρχεται να συναντήσει τον κόσμο του που άφησε πίσω του και σε εκείνη «επίσκεψιν εις το ερείπιον, όπου ήτο άλλοτε η πατρώα οικία του».

Στα τοπία της επώδυνης ανθρώπινης μοίρας κινούνται και οι ηρωΐδες του διηγήματος «Η Χτυπημένη». Όπως και ο Γιάννης της Παντελούς, στο ίδιο διήγημα, που χρεωκοπεί πνιγμένος στά δάνεια. Κι η σύζυγός του πεθαίνει χτυπημένη από το φάντασμα από την Καντίνα. Όπως και στο διήγημα «Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη», όπου και πάλι έχουμε ένα παράλληλο πληθυσμό δοκιμαζομένων από τα πάθη του κόσμου τούτου, ένα κόσμο εξαθλιωμένο και περιθωριοποιημένο.

Είναι όμως κι εκείνο το παιδάκι στο συγκλονιστικό διήγημα «Πατέρα στο σπίτι», στην πόλη των Αθηνών. Μαζί και όλα τα ορφανά και οι εγκαταλελειμμένοι και άστεγοι. Αντιγράφω την εισαγωγή και την πρόσληψη του γεγονότος των πενομένων παιδιών από τον Παπαδιαμάντη, με τα παιδάκια που δεν έχουν να φάνε και τον πατέρα που λείπει ή χάνεται, και βιώνουν, έτσι, μιαν άλλη ορφάνια:

«-Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μες στο γυαλί, είπε η μάννα μου, γιατί δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι.
-Χωρίς πεντάρα;
-Ναι.
-Και τι έγινε ο πατέρας σου;
-Να, πάει να βρη άλλη γυναίκα.

Ήτο πενταετές παιδίον, ζωηρόν, με λαμπρούς μεγάλους οφθαλμούς, ρακένδυτον. Και με παιδικήν χάριν, με σπαρακτικόν εν τη αθωότητι μειδίαμα, επρόφερεν εκάστοτε την φράσιν ταύτην, της οποίας όλον το βάθος δεν ήτο ικανόν να κατανοήση, τόσον ώστε οι άνθρωποι οι μη έχοντες να κάμουν τίποτε, καθώς εγώ, πολλάκις το εκάλουν, και απέτεινον αυτώ την άνω ερώτησιν του μικρού παντοπώλου της γειτονιάς, μόνον και μόνον διά ν’ ακούσωσιν από το στόμα του την απόκρισιν.
―Να, πάει να βρη άλλη γυναίκα.

Η έξοδος είναι εξίσου επώδυνη και σκληρή:

«Και η Γιαννούλα έμεινε με τα τέσσαρα παιδιά ―το πέμπτον είχεν αποθάνει, ανακληθέν ενωρὶς υπό του Πολυευσπλάγχνου και Πανσόφου εις τον κήπον τον ανθηρόν, εις το ωραίον περιβολάκι με τα κρίνα και με τους ναρκίσσους, μετά των οποίων φυτεύονται και ανθούσιν εσαεί και τα άκακα νήπια―·έμεινε, λέγω, με τα τέσσαρα παιδία, χωρίς πατέρα, και χωρς κουμπάρον.

Έμεινε χωρίς άρτον εις το ερμάρι και χωρίς φωτιάν εις την εστίαν, χωρίς φόρεμα, χωρίς στρωμνήν, χωρίς σκέπασμα, χωρίς χύτραν και χωρίς στάμναν· και χωρίς ραπτικήν μηχανήν!

Και το τρίτον παιδίον, ο Μήτσος, εκείνο το οποίον έβλεπα, ήρχετο εις το παντοπωλείον, και εζήτει από τον μικρόν μπακάλην, όστις ήτο ακριβής εις τα σταθμά, αλλά δεν ενόει από ελεημοσύνην, ήρχετο και εζήτει να του στάξη «μια σταξιά λάδι στο γυαλί», αυτό το οποίον θα ήτο άξιον να στάξη μίαν σταγόνα νερού εις πολλών πλουσίων χείλη, εις τον άλλον κόσμον.

Και ητιολόγει την αίτησίν του λέγον:
―Δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι!»