Πρόεδροι της Κυπριακής Δημοκρατίας, βουλευτές, υπουργοί, πρόεδροι της Βουλής και κάποιοι μεγαλόσχημοι κυβερνητικοί, πλουτίζουν, θησαυρίζουν, και έχουν κατά την κυπριακή διάλεκτον «καλά υστερινά».
Δυστυχώς το κράτος χώρισε τους πολίτες, σε πολίτες όχι δύο ταχυτήτων, αλλά σε πολίτες πολλών ταχυτήτων για να μην πω αυτοματοκίνησης.
Καθημερινά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης μιλούν για συντάξεις πείνας, μισθούς πείνας, ασθενικές χορηγίες και φθισικά επιδόματα.
Ο λαός πρέπει να ενημερωθεί πρωτίστως για τους χρυσολήπτες από το κράτος.
Οφείλει να δώσει στην δημοσιότητα το πόσα στοιχίζει στο κράτος ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο βουλευτής, ο υπουργός, ο πρόεδρος της βουλής και οι χρυσοπληρωμένοι κατά πλειοψηφία υπάλληλοι της κρατικής μηχανής.
Ν’ αποκαλύψουμε πόσο κοστίζει στο φορολογούμενο ο καθένας απ’ αυτούς μετά την αφυπηρέτησή του μέχρι τελευτείν του βίου και πόσα οι εξαρτώμενοί τους.
Από τον καιρό που θυμάμαι και δυστυχώς θυμάμαι από το 1960, η πατρίδα μας πληρώνει με αίμα, με γή και ύδωρ, με χρήμα και με δάκρυ.
Από το 1963 μέχρι σήμερα είναι ακρωτηριασμένη!
Την ευθύνη την φέρουν οι πολιτικοί μας και η πολιτική τους με μικρή δόση ευθύνης στο λαό της!
Αυτό το λαό τον οποίον οι πολιτικοί παρέλαβαν αγνόν και προβληματισμένο και τον κατάντησαν προβληματικό και διεφθαρμένο.
Γιάννης πίνει Γιάννης κερνάει, τα δικά τους δικά τους και τα δικά μας πάλι δικά τους.
Όταν οι πολιτικοί μιας χώρας αφαιρούν από τον πλούτο της χώρας, κουτσουρεύουν το έδαφος της και την γεμίζουν προβλήματα για να εκμηδενίζουν τα δικά τους, η τύχη αυτής της χώρας είναι πλήρως προβλέψιμη, άμωμοι εν οδώ αλληλούια.
Δεν είναι δυνατόν ο λαός μιας χώρας που ηγέτες του για 60 χρόνια τον ανάγκασαν να κρατά μια βαλίτσα στο χέρι, να επαινεί ανάξιους ανθρώπους, μονάχα για το αξίωμά τους και ή γιατί είναι «πλούσιοι».
Κατά τον σοφό Βίαντα «Ανάξιον άνδρα μη επαίνει διά πλούτον».
Να θυμίσω στους αναγνώστες την γνώμη του ρήτορα Ισοκράτη για τον πλούτον, που τόσον επιθυμούν οι πολιτικοί μας. «Μη κληθείς πλούτος τρύχει, κληθείς βασανίζει». Όταν ο άνθρωπος δεν έχει πλούτο ταλαιπωρείται, όταν όμως τα αποκτήσει, βασανίζεται από αγωνίες και φροντίδες.
Ναι φίλοι πολιτικοί, δεν πρέπει ν’ αφαιμάσσετε την πατρίδα σας κι όταν αυτή σας ζητήσει μια φιάλη αίμα να της το αρνείστε.
Μένεις έκπληκτος όταν μερικοί εκθειάζουν το πολιτικό «είδωλό» τους όταν είναι η επέτειος του θανάτου του, και τι δεν λένε.
Πρόσφατα ήταν η επέτειος του θανάτου του Σαρλ ντε Γκωλ.
Ο Ντε Γκωλ υπήρξε Γάλλος στρατηγός και πολιτικός, ο οποίος ηγήθηκε των Γαλλικών δυνάμεων στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και υπηρέτησε ως επικεφαλής της Γαλλικής κυβέρνησης από το 1944 έως το 1946 και από το 1958 έως το 1969. Αυτές οι χρονικές περίοδοι ήσαν οι πιο δύσκολες, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Ο άνδρας αυτός όταν είδε την πατρίδα του έτοιμη να παραδοθεί στις δυνάμεις του Άξονα, καταφεύγει στο Λονδίνο.
Στις 18 Ιουνίου 1940, απευθύνει έκκληση προς τους συμπατριώτες του να συνεχίσουν τον πόλεμο υπό την ηγεσία του, στις 2 Αυγούστου καταδικάζεται ερήμην σε θάνατο.
Με το τέλος του πολέμου ήταν ο εθνικός ήρωας της Γαλλίας.
Στις 28 Απριλίου, ο Ντε Γκωλ εξέδωσε την τελευταία ανακοίνωσή του: «Παύω να εκτελώ τα καθήκοντά μου ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η απόφαση τίθεται σε ισχύ σήμερα το μεσημέρι.»
Στις 9.11.1970 πέθανε από καρδιακή προσβολή.
Προ του θανάτου του επέμεινε η κηδεία του να γινόταν στο Κολομπέ, χωρίς κανένα πρόεδρο ή υπουργό, θα ήσαν μόνο οι σύντροφοί του της τάξης της Απελευθέρωσης.
Ενώ ήταν Πρόεδρος της Γαλλίας ξόδευε όσα χρειάζονταν για να ζήσει. Φεύγοντας από την πολιτική αποποιήθηκε την σύνταξη του στρατηγού και Προέδρου της Γαλλίας. Περιορίστηκε στη σύνταξη του ταγματάρχη μέχρι τον θάνατό του.
Αυτή η στρατιωτική και πολιτική μορφή παγκόσμιας εμβέλειας, λειτούργησε ως απλός Γάλλος πατριώτης. Τα παράνομα κέρδη φέρνουν πάγια ζημιά, τόσον ηθική όσο και υλική. Ο ντε Γκωλ υπεράσπισε την κινδύνευσα πατρίδα του και προτιμούσε να θυσιάσει τη ζωή του παρά να επιδείξει δειλία και να ζει μέσα στην ντροπή.
Καταλήγω, «τι κοινόν όνω και λύρα;», μεταξύ γαϊδάρου και λύρας δεν υπάρχει τίποτα το κοινό.