Οι διεθνείς Συνθήκες ορίζουν τα σύνορα των κρατών με την κυριαρχία και τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.
Η αμφισβήτηση των Συνθηκών ισοδυναμεί με παρανομία αφού κανονικά δεν αλλάζουν. Έτσι, το 1974 η Τουρκία εισέβαλε και έκτοτε κατέχει παράνομα έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, έτσι και οι σημερινές διεκδικήσεις της Τουρκίας για ανατροπή της Συνθήκης της Λωζάννης στο Αιγαίο και οι επεμβάσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο είναι παράνομες. Απέναντι στις τουρκικές παρανομίες, Ελλάδα και Κύπρος τυγχάνουν της πολιτικής στήριξης της ΕΕ και άλλων δυνάμεων αλλά η πρώτιστη ευθύνη για αντιμετώπιση της τουρκικής επεκτατικότητας και παρανομίας είναι δική μας που έπρεπε να εδράζεται στον ορθολογισμό της αποτροπής.
Δεδομένης της διαχρονικής διαπίστωσης ότι κάθε αποστασιοποίηση από τις δυτικές δομές, τυγχάνει εκμετάλλευσης από την Τουρκία ως “σύμμαχος της δύσης” με επιβράβευσή της στο πολλαπλάσιο και δεδομένης της αντιπαράθεσης Ερντογάν με την Δύση και την ΕΕ, το ζητούμενο για εμάς είναι πώς αυτή η αντιπαράθεση μετατρέπεται σε δυσμένεια και ρήξη. Τις τελευταίες μέρες, τέσσερα ΜΜΕ παγκόσμιας εμβέλειας («Economist», «The National Interest», «Times» και «BBC») σε αναλύσεις τους εκκινώντας από διαφορετική βάση, καταλήγουν στο κοινό συμπέρασμα ότι αυτή η Τουρκία με το καθεστώς Ερντογάν βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την ΕΕ και αμφισβητείται η θέση της στο δυτικό στρατόπεδο. Πώς ενεργεί Αθήνα και Λευκωσία, έχοντας πάντα υπόψη το γεωπολιτικό παίγνιο αντιπαλότητας των μεγάλων δυνάμεων και τη δυνατότητα αξιόπιστων συμμαχιών;
Επιστρατευμένα εγχώρια κέντρα, πλείστα με χρηματοδότηση έξωθεν (π.χ. ΕΛΙΑΜΕΠ, πολιτικοί και άλλοι με περιορισμένη εμβέλεια αλλά απεριόριστη προβολή στα ΜΜΕ) επιμένουν στην ίδια αποτυχημένη πολιτική του κατευνασμού, προσκολλημένοι στο δίλημμα «διάλογος ή πόλεμος», καταλήγοντας στις συνεχείς παραχωρήσεις. Εξού, η Αθήνα δεν έχει ασκήσει νόμιμα κυριαρχικά της δικαιώματα στο Αιγαίο επειδή η Τουρκία διατηρεί απειλή πολέμου («casus beli») σε τέτοια περίπτωση, ούτε στην θαλάσσια περιοχή νοτίως κι ανατολικά της Κρήτης, ούτε έχει η Αθήνα οριοθετήσει ΑΟΖ με την Κύπρο, ενώ ταυτοχρόνως η Τουρκία έχει επέμβει με το παράνομο τουρκολυβικό μνημόνιο στην Ανατολική Μεσόγειο. Στην κατρακύλα δεκαετιών προστέθηκε το πλέον πρόσφατο. Η Αθήνα δεν έχει υποβάλει τον “Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό”, τον οποίο είναι υποχρεωμένη να καταθέσει στην ΕΕ (η προθεσμία έληξε το 2021) όπως έπραξε η Κύπρος. Αυτά είναι τα αποτελέσματα μιας εμμονικής πολιτικής που δεν στηρίζεται στον ορθολογισμό και η οποία έχει ηθικά κι αντικειμενικά πτωχεύσει εκ του αποτελέσματος. Εν μέσω τέτοιας κατάστασης, με τον Ερντογάν να ζητεί δύο κράτη στην Κύπρο με στρατηγικό έλεγχο ολόκληρης της περιοχής, η Αθήνα προχώρησε πριν ένα μήνα, σε «Διακήρυξη Φιλίας» με την Τουρκία, που οι εγχώριοι επιστρατευμένοι χειροκρότησαν. Τα ίδια και στην “Δήλωση της Μαδρίτης” (1997) μετά τα Ίμια, στην παρουσία Σημίτη-Ντεμιρέλ με πολλές φανφάρες, που όμως δεν αναχαίτισε αλλά είχαμε αναβάθμιση του τουρκικού επεκτατισμού.
Σήμερα, στην πλέον ευνοϊκή συγκυρία με τον Ερντογάν «γωνιασμένο», όπως αναλυτές εξωτερικού τεκμηριώνουν, η “Διακήρυξη Φιλίας” εξυπηρετεί τον Ερντογάν ο οποίος επιδιώκει συγκεκριμένα «δώρα» και θετική ατζέντα, αποσοβώντας την κρίση. Ωστόσο, αντί για φιλία έχουμε τον «διάλογο» με τον τουρκικό επεκτατισμό και ακόμη πιο έντονη την εγχώρια παραφωνία στον ορθολογισμό!
*Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D), Πρόεδρος Πολιτικής Επιτροπής για την Μεσόγειο