Η Παράδοση ενός λαού είναι οι δημιουργίες, τα διάφορα κοινωνικά στοιχεία, οι ποικίλες μορφές πολιτισμού, όπως η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα, η ψυχαγωγία, η τέχνη, η διατροφή, και γενικότερα ο τρόπος ζωής των προγόνων αυτού του λαού που κατάφεραν να επιβιώσουν μέσα στον χρόνο και να ενσωματωθούν στη ζωή του σήμερα. Μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της χριστιανοσύνης, τα Θεοφάνια, ή αλλιώς «Φώτα», σηματοδοτούν την ημέρα που ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, βάπτισε τον Ιησού Χριστό στον Ιορδάνη ποταμό. Έτσι, κάθε χρόνο, στις 6 Ιανουαρίου, γιορτάζονται τα «Φώτα». Ονομάζονται και έτσι καθώς κατά τη λαϊκή παράδοση, τις παλαιότερες εποχές, αυτή τη μέρα οι άνθρωποι βάπτιζαν τα παιδιά τους ούτως ώστε να «φωτιστούν».

Τη μέρα που προηγείται των Θεοφανίων, τελείται στις εκκλησίες η ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού. Σε κάποια χωριά της Κύπρου, ακόμα και διάφοροι καρποί όπως ρόδια, εσπεριδοειδή και αμύγδαλα, μεταφέρονται στην εκκλησία για να βαπτιστούν στο  αγιασμένο νερό. Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, κάθε σπίτι φροντίζει να βαπτίζει κεριά τα οποία ακολούθως φυλάσσονται και χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις έντονων κακοκαιριών.

Με το πέρας του Μεγάλου Αγιασμού, οι ιερείς «καλαντίζουν», δηλαδή ραντίζουν τα σπίτια και τους σπιτονοικοκύρηδες με αγιασμένο νερό, ψάλλοντας την ίδια ώρα το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε». Αυτή η θρησκευτική πρακτική του ραντίσματος είναι εξαιρετικά σημαντική καθότι θεωρείται πως διώχνει τα κακά δαιμόνια, ή σύμφωνα με την λαϊκή ντοπιολαλιά, τους «καλικάντζαρους». Αυτοί, οι καλικάντζαροι, θεωρείται πως ενοχλούν τους ανθρώπους.

Σε όλες τις περιοχές της Κύπρου, με την ολοκλήρωση του ραντίσματος, ποικίλλει και ο τρόπος που οι σπιτονοικοκύρηδες ευχαριστούν τους ιερείς. Προσφέρονται σε αυτούς κουλούρια, αμύγδαλα, καρύδια, στη Σολιά «ξεροτήανα», στα Λαγουδερά «κόλλυβα», ενώ χαρίζονταν ακόμα και νομίσματα τα οποία παλαιότερα αποτελούσαν την ετήσια πληρωμή του ιερέα από την κάθε κοινότητα. Στο Γουδί της Πάφου έχουν στρωμένο τραπέζι (αυτή τη μέρα ανοίγουν και τη «ζαλατίνα») και ο ιερέας είθισται να πάρει λίγο φαγητό και λίγο κρασί. Τον ιερέα συνοδεύουν μικρά παιδιά που φέρουν το «σικλίν», το οποίο είναι το δοχείο το οποίο περιέχει αγιασμένο νερό και φανάρι, αναμμένο από το καντήλι του Χριστού.

Με το φως αυτό φτιάχνεται η λεγόμενη «χολλά». Δηλαδή, ανάβεται κερί το οποίο τοποθετείται κάτω από ένα υνί ή γαστρί για να δημιουργηθεί η αιθάλη, ή λαϊκοτρόπως, η μούζη. Οι άνθρωποι παίρνουν την αιθάλη με ένα βαμβάκι και την τοποθετούν στο κοίλωμα ενός μικρού καλαμιού. Μ’ αυτή τη χόλλα, μαυρίζονται, χρησιμοποιώντας ένα φτερό, κυρίως τα πρόσωπα μικρών παιδιών, μαυρίζονται όμως και γυναίκες για να κάνουν μαύρα μάτια, που θεωρούνταν ότι ήταν όμορφα. Σε άλλες  περιπτώσεις, η χόλλα απλωνόταν στα μάτια για να θεραπευτούν από διάφορες ασθένειες των οφθαλμών.

Κάθε οικογένεια ψήνει τηγανίτες, τα λεγόμενα ξεροτήανα ή λοκμάδες. Οι νοικοκυρές ρίχνουν μερικά από αυτά τα ξεροτήανα πάνω στις στέγες των σπιτιών για να φύγουν οι καλικάντζαροι. Ταυτόχρονα τραγουδιέται και το τετράστιχο:

«Τιτσίν τιτσίν λουκάνικο

μασιαίριν μαυρομάνικον

κομμάτι ξεροτήανον

να φάμεν τζιαι να φύουμεν»

Στις παράλιες πόλεις, πανελλήνια, ο Τίμιος Σταυρός ρίχνεται από τον ιερέα ή άλλο θρησκευτικό πρόσωπο, μέσα στη θάλασσα, σε κοντινό σημείο, κατά μίμηση της Βάπτισης του Θεανθρώπου. Νεαροί, κυρίως, κολυμβητές, βουτούν στα νερά της θάλασσας, και θεωρείται τυχερός και άξιος αυτός που θα τον περισυλλέξει από τον βυθό. Εννοείται πως ο Τίμιος Σταυρός είναι δεμένος με αλυσίδα για να μη χαθεί στην κατάδυση.

Αυτό το έθιμο, ο λεγόμενος αγιασμός των υδάτων, έχει την έννοια του καθαρμού, του εξαγνισμού, καθώς και της απαλλαγής από την επήρεια των δαιμονίων. Η κατάδυση του Σταυρού, κατά τη λαϊκή πίστη, δίνει στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ιδιότητες.

Άλλο ένα όμορφο έθιμο των Θεοφανίων, είναι αυτό της «πουλουστρίνας». Παιδιά της κοινότητας, κτυπούν τις πόρτες των σπιτιών και ζητούν την πουλουστρίνα-λέξη που προέρχεται από το πλούμισμα, το φιλοδώρημα. Είναι ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι ετυμολογικά η πουλουστρίνα απαντά στη γαλλική γλώσσα και συγκεκριμένα στη φράση «pour estrenne», που σημαίνει «για καλή τύχη. Τα παιδιά, με το που άνοιγε η πόρτα του σπιτιού, έλεγαν «Καλημέρα τζιαι τα Φώτα, τζιαι την πουλουστρίνα πρώτα».

* Καθ. Φιλολογίας