Στην Κύπρο, όταν κάποιος με την οδική του συμπεριφορά, προκαλεί θανατηφόρο δυστύχημα διώκεται ποινικά με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο δημιουργεί το αδίκημα της «πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης» για το οποίο, το ίδιο άρθρο προνοεί «ποινή φυλάκισης μέχρι 4 χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες».
Η άσκηση ποινικής δίωξης για ανθρωποκτονία γίνεται με βάση το άρθρο 205 του Ποινικού Κώδικα το οποίο, μεταξύ άλλων, ορίζει την ανθρωποκτονία ως κακούργημα που τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης, τη δια βίου φυλάκιση.
Μέχρι σήμερα, μόνο σε δύο περιπτώσεις θανατηφόρων δυστυχημάτων, οι κατηγορούμενοι οδηγοί διώχθηκαν και καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία και όχι για πρόκληση θανάτου με βάση το άρθρο 210. Η πρώτη το 2017 και η δεύτερη το 2021.
Η πρώτη αφορούσε θανατηφόρο δυστύχημα στα φώτα του Εναερίου στη Λεμεσό. Ο 50χρονος κατηγορούμενος οδηγώντας με στερημένη την άδεια οδήγησης (λόγω προηγούμενης καταδίκης) και με ιλιγγιώδη ταχύτητα και υπό την επήρεια κοκαΐνης και αλκοόλ, κάρφωσε το αυτοκίνητό του, στο αυτοκίνητο 25χρονου. Από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, ο 25χρονος βρήκε ακαριαίο θάνατο, με το αυτοκίνητό του να εκτινάσσεται 33 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης, ενώ τα φώτα τροχαίας εκτινάχθηκαν 22 μέτρα μακριά. Στον κατηγορούμενο καταδικασθέντα για ανθρωποκτονία επιβλήθηκε ακολούθως, ποινή φυλάκισης 6 χρόνων.
Η δεύτερη υπόθεση αφορούσε θανατηφόρο δυστύχημα στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού – Λευκωσίας με κατηγορούμενο Ρώσο οδηγό, ο οποίος, μετά από χρήση ουσιών και αλκοόλ (111mg αντί 22mg) και αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα 180 χιλιομέτρων, προσέκρουσε στο αυτοκίνητο νεαρού πατέρα, προκαλώντας του ακαριαίο τον θάνατο. Μετά την καταδίκη για ανθρωποκτονία επιβλήθηκε στον οδηγό ποινή φυλάκισης 9 χρόνων.
Τις τελευταίες μέρες και μετά το φρικτό τετραπλό θανατηφόρο δυστύχημα, τα πρώτα λεπτά του 2024, ξεχύνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ένας χείμαρρος σχολίων από χρήστες που ζητούν την παραδειγματική τιμωρία του οδηγού. Αντιπαρερχόμενοι τη ρατσιστική διάσταση που κάποιοι δίνουν στο θέμα, προκύπτει το ερώτημα: Γιατί να υπάρχει αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ του αδικήματος της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης από τη μια και του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από την άλλη; Και κατά συνέπεια, γιατί να μην μεταχειρίζονται οι διωκτικές Αρχές το κάθε θανατηφόρο σαν ανθρωποκτονία;
Η απάντηση συνάγεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά των δύο πιο πάνω υποθέσεων και συνοψίζεται ως εξής:
Ο κάθε ένας από μας και ενόσω οδηγεί παίρνει, κάθε λεπτό ή δευτερόλεπτο της οδήγησης του, χιλιάδες μικρές και διαδοχικές αποφάσεις: αν θα ελαττώσουμε ή αν θα αναπτύξουμε ταχύτητα, αν θα προσπεράσουμε το προπορευόμενο όχημα και σε ποιο σημείο, αν θα πατήσουμε φρένο, αν προλαβαίνουμε το πράσινο φως στη διασταύρωση, αν θα διαβάσουμε το μήνυμα που μας ήρθε στο Whatsapp, αν προλαβαίνουμε να μπούμε από την πάροδο στον κύριο δρόμο κ.ο.κ.. Οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται αστραπιαία, σχεδόν ανεπαίσθητα, κάποτε αντανακλαστικά και τις πλείστες φορές μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα.
Μία και μόνο άτυχης στιγμή απερισκεψίας, αμέλειας ή κακής εκτίμησης των δεδομένων που έχουμε μπροστά μας, μπορεί να σταθεί μοιραία και ανατρεπτική για τη ζωή τη δική μας, των ανθρώπων που μας περιμένουν στο σπίτι ή των άλλων ανθρώπων που βρίσκονται στον δρόμο μας.
Δυστυχώς κανένας από εμάς δεν μπορεί με ειλικρίνεια να καυχηθεί ότι δεν έχει κάνει ποτέ λάθος κίνηση σε αυτές τις απανωτές «οδικές» αποφάσεις. Πόσο δε μάλλον, σε μια χώρα που η οδική συνείδηση της πλειονότητας των οδηγών κινείται από μέτρια μέχρι και πολύ χαμηλά επίπεδα.
Αυτή είναι λοιπόν η ειδοποιός διαφορά που διαφοροποιεί την πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης που τιμωρείται με ποινή μέχρι 4 χρόνια φυλάκιση από την ανθρωποκτονία που τιμωρείται με μέγιστη ποινή την ισόβια φυλάκιση. Δεν θα ήταν λογικό ο νομοθέτης ή και τα δικαστήρια, όσο τραγική κι αν είναι η κατάληξη του κάθε θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος, να εξισώνουν το στιγμιαίο μοιραίο λάθος του εκάστοτε οδηγού με τον κατηγορούμενο που έχοντας καταναλώσει τεράστιες ποσότητες αλκοόλ και ναρκωτικών παίρνει το τιμόνι, αδιαφορώντας πλήρως για το γεγονός ότι, κατά πάσα πιθανότητα, κάποιον ή κάποιους θα σκοτώσει.
Συνεπώς, η αντιμετώπιση της μακάβριας επανάληψης των θανατηφόρων δυστυχημάτων δεν μπορεί να βρίσκεται στη μεταχείριση όλων των θανατηφόρων δυστυχημάτων ως ανθρωποκτονιών αλλά στη ριζική αλλαγή της οδικής κουλτούρας που κουβαλά ο κάθε ένας από εμάς.
Και επειδή οι κουλτούρες και οι συνήθειες σπάνια αλλάζουν από μόνες τους, απαιτείται και σε αυτό το πεδίο, η από μέρους του κράτους λήψη βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων μέτρων που από τη μια να καθιστούν τους δρόμους πιο ασφαλείς και από την άλλη να σφυρηλατούν στους οδηγούς (νέους και παλιούς) την έννοια της αμυντικής οδήγησης και της προτεραιότητας της ανθρώπινης ζωής.
Η αυστηροποίηση των προϋποθέσεων και των εξετάσεων για έκδοση άδειας οδήγησης, η καθιέρωση επανεξέτασης όλων των οδηγών μετά από κάποια χρόνια οδήγησης, οι μηχανικοί κόφτες ταχύτητας για κατά συρροή παραβάτες του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, η εγκατάσταση χρονομετρητή σε όλες τις διασταυρώσεις που ελέγχονται από φώτα τροχαίας, ούτως ώστε οι οδηγοί να γνωρίζουν πόσος χρόνος απομένει μέχρι να αλλάξει το φανάρι, όπως και άλλα διάφορα μέτρα που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες, θα μπορούσαν να αποτελέσουν εναρκτήριες εισηγήσεις προς εξέταση από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών και τη Νομική Υπηρεσία.
Με αυτή τη φρικτή αρχή, ας γίνει το 2024 η χρονιά που μαζί με τις ευχές, θα ανταλλάξουμε και στόχους για συνειδητή αλλαγή της οδικής μας συμπεριφοράς. Με λιγότερα κινητά, χαμηλότερες ταχύτητες, περισσότερη συγκατάβαση και πάνω απ’ όλα σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή. Αυτός θα είναι και ο μεγαλύτερος φόρος τιμής στα αδικοχαμένα θύματα των θανατηφόρων δυστυχημάτων.
*Δικηγόρος