Άρθρο στη ψηφιακή, συλλεκτική έκδοση του Φιλελευθέρου «Η ΚΥΠΡΟΣ ΤΟ 2024! ΕΤΟΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΩΝ» που διατίθεται δωρεάν μέσω του philenews.com

Η συνταγματική διάρθρωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία εδράζεται στην ύπαρξη δύο κοινοτήτων, χαρακτηρίζεται από τον διαχωρισμό των εξουσιών, Εκτελεστικής, Νομοθετικής και Δικαστικής. Η Δικαστική Εξουσία έχει ως φορείς, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (Άρθρα 133-151) και το Ανώτατο Δικαστήριο και τα σε αυτό τεταγμένα κατώτερα Δικαστήρια (Άρθρα 152-164).

Οι ταραχές του 1963-1964 οδήγησαν στην αποχώρηση των ξένων Προέδρων των δύο Δικαστηρίων και στη θέσπιση του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου, Ν. 33/64, με βάση τον οποίο τα δύο Ανώτατα Δικαστήρια ενοποιήθηκαν σε ένα, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, το οποίο είχε όλες τις εξουσίες και δικαιοδοσίες που αυτά είχαν προηγουμένως.

Το 2023 σηματοδοτούσε και την τελευταία χρονιά λειτουργίας του ενιαίου Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στα 60 σχεδόν έτη λειτουργίας του, μέσα από τη θεώρηση της νομολογίας του, ιδίως στο πλαίσιο της συνταγματικής του δικαιοδοσίας, αποτυπώνεται η πολυτάραχη ιστορία της πατρίδας μας. Η συμβολή του υπήρξε καίρια στη διαμόρφωση του δικαίου, στη διασφάλιση των συνταγματικών ελευθεριών του κάθε συμπολίτη μας, αλλά και στην υποστύλωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν αυτή κινδύνευε να καταρρεύσει.

Στα πλαίσια της δικαστικής Μεταρρύθμισης, μέσω του Τροποποιητικού του Νόμου 33/64, Νόμου 145(Ι)/2022, το ενιαίο Ανώτατο Δικαστήριο διαχωρίστηκε, από 1.7.2023, σε Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και Ανώτατο Δικαστήριο, με εννέα Δικαστές το πρώτο και επτά το δεύτερο.

Ο διαχωρισμός του  κρίθηκε επιβεβλημένος, ούτως ώστε να συντείνει στην εξειδίκευση, στη βελτίωση της ποιότητας και της ταχύτητας στην απονομή της Δικαιοσύνης, αλλά και προκειμένου, να δώσει πειστικές απαντήσεις στην υπερσυγκέντρωση εξουσιών, στον αλληλοέλεγχο των Δικαστών του και στον έλεγχο των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, όπως προς την κατεύθυνση αυτή συνηγορούσαν και οι σχετικές παρεμβάσεις της Επιτροπής Greco και της Επιτροπής Βενετίας.

Η δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου, ως ξεχωριστού δικαιοδοτικού οργάνου, κρίθηκε αναγκαία ούτως ώστε, μεταξύ άλλων, να διευκολύνει την περιφρούρηση, προώθηση και ασφάλεια του Κράτους Δικαίου, όπως τούτο επισημάνθηκε και από την Επιτροπή Βενετίας. Κύρια αποστολή, με την οποία είναι επιφορτισμένο, είναι η διαφύλαξη της συνταγματικής τάξης, μέσω της ορθής συνταγματικής ερμηνείας, σε καίρια κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα και, ως απόρροια τούτου, η λειτουργία του ως θεσμικού αντίβαρου, ως εγγυητή των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των πολιτών, αλλά και ως θεματοφύλακα της εύρυθμης πορείας της Πολιτείας.

Το Σύνταγμα – ο υπέρτατος Νόμος της Πολιτείας, η βάση και κορυφή της έννομης τάξης – πέραν των διατάξεων που κατοχυρώνουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του πολίτη, περιέχει τους βασικούς κανόνες για την οργάνωση του Κράτους και θέτει αρμοδιότητες αλλά και όρια στη δράση της Κρατικής Εξουσίας. Ως ένα αξιακό σύστημα κανόνων, εκφράζει τις ιστορικές καταβολές και το συλλογικό «είναι» ενός λαού και συνιστά έναν ζωντανό οργανισμό που εξελίσσεται, προσαρμόζεται συνεχώς στις μεταβαλλόμενες ανάγκες και μεταλλάσσεται στον χρόνο. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ερμηνεία του θα πρέπει να εκφεύγει των στενών νομικών παραμέτρων και να αγγίζει την ανεύρεση του αληθινού νοήματος μιας συνταγματικής διάταξης, χωρίς να αγνοεί την εξελικτική ανάγκη των συνταγματικών προνοιών και την προσαρμογή τους στις σύγχρονες κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις.

Το Άρθρο 149, επιφυλάσσει στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο την αυθεντική ερμηνεία του υπέρτατου Νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε περιπτώσεις ασάφειας, και την αποκλειστική δικαιοδοσία επίλυσης οιωνδήποτε αντιφάσεων. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της Κύπρου, φέρει το θεσμικό βάρος ερμηνείας ενός Συντάγματος με ιδιαίτερο χαρακτήρα και πλήθος ασφαλιστικών δικλείδων, απότοκο της ιστορικής πορείας του Κράτους μας. Η εισαγωγή του δικαίου της ανάγκης, αλλά και η ένταξή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, επέφεραν μια νέα συνταγματική πραγματικότητα. Νόμοι που δικαιολογούνται από το δίκαιο της ανάγκης και, επιπρόσθετα, η συνύπαρξη συνταγματικών τάξεων και η εκχώρηση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων, απόρροια της συμμετοχής μας σε υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης, επιδρούν δραστικά στην ιεραρχική υπεροχή του Συντάγματος και προσδιορίζουν ένα νέο πλαίσιο ερμηνείας του.

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, άρτια στελεχωμένο, στοχεύει στην έγκαιρη και καθόλα άμεμπτη εκπλήρωση του κομβικού του ρόλου και της καίριας συνταγματικής αποστολής του. Στοιχεία εξόχως σημαντικά, για την εύρυθμη λειτουργία της Πολιτείας, δεδομένης της φύσης της δικαιοδοσίας του. Μεταξύ άλλων, της ενασχόλησής του με Αναφορές του Προέδρου της Δημοκρατίας επί συνταγματικότητας νομοθετημάτων, αλλά και με περιπτώσεις επίκλησης σύγκρουσης ή αμφισβήτησης εξουσιών.

*Πρόεδρος Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου