Κάθε φορά που φτάνει η τελευταία μέρα του χρόνου, η μνήμη μάς οδηγεί, εκτός από την αναδρομή στα γεγονότα της περασμένης χρονιάς, και σε ένα σημαντικό ηρωικό γεγονός της σύγχρονης ιστορίας μας. Πρόκειται για τη μετάβαση στην αθανασία ενός αγνού, γενναίου μαχητή της απελευθέρωσης του τόπου μας από τον βρετανικό ζυγό, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή στην εκπνοή της δεύτερης χρονιάς από την έναρξη του ηρωικού αγώνα του 1955-59 .
Στις 31 Δεκεμβρίου 1956, ξεψυχούσε σε ένα χωριό της Λεμεσού, τη Ζωοπηγή, ο Μάκης Γιωργάλλας, προλαβαίνοντας να φωνάξει δυο μόνο ονόματα: τον αρχηγό του, τον Γρηγόρη Αυξεντίου («Μάστρε μου πεθαίνω») και την Ελλάδα («Ζήτω η Ελλάς»). Θανάσιμα τραυματισμένος και προτού κλείσει για πάντα τα μάτια, στην ηλικία των είκοσι χρόνων, προτού δρασκελίσει το κατώφλι της αιωνιότητας, χιλιόμετρα μακριά από τον Μαραθόβουνο της Αμμοχώστου, το χωριό στο οποίο είδε για πρώτη φορά το φως, πρόφερε τα δυο ονόματα για τα οποία θυσίασε το άνθος της νιότης του. Ο «Μάστρος» του, ο Σταυραετός του Μαχαιρά, ήταν εκείνος που με τη δράση του μετουσίωνε τον σκοπό του Αγώνα και η Ελλάδα, ήταν η μητέρα όλων, για την οποία έδινε ό,τι πιο πολύτιμο είχε, την ίδια τη ζωή του, «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος». Ο θάνατός του, που προήλθε από τις δολοφονικές σφαίρες προδοτών και τούρκων επικουρικών αστυνομικών, ήταν το αποκορύφωμα της προσφοράς του σε όσα ο ίδιος πίστεψε στη διάρκεια της σύντομης ζωής του.
Όσοι τον γνώρισαν, όσο ακόμη ήταν μαθητής του Παγκυπρίου Γυμνασίου, δεν είχαν καμιά αμφιβολία πως ήταν ο «έτοιμος από καιρό» να ριχτεί στον αγώνα του κυπριακού ελληνισμού για την απελευθέρωσή του από τον βρετανικό ζυγό και για την ένωσή του με την Ελλάδα. Βαθιά θρησκευόμενος έφηβος, ενταγμένος στις χριστιανικές ομάδες του σχολείου του, παρακολουθούσε ανελλιπώς τις συγκεντρώσεις των κατηχητικών σχολείων, διάβαζε θρησκευτικά και λογοτεχνικά βιβλία, ήταν πολυμαθής και είχε καθορίσει από τα μαθητικά του χρόνια την πορεία που θα ακολουθούσε στη ζωή που ξανοιγόταν μπροστά του. Η νεανική του τόλμη, η φύσει γενναία ψυχή του, οι ηγετικές ικανότητές του, το απύθμενο θάρρος του και η ακλόνητη πίστη του στην Ελευθερία τον οδήγησαν να ενταχθεί, χωρίς δεύτερη σκέψη, στην ΕΟΚΑ.
Η δράση του, που ενοχλούσε τους τυράννους, τον οδήγησε σιδηροδέσμιο στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς, τον χώρο εκείνον, όπου κρατούνταν όσοι δεν άντεχαν τον βρετανικό «ζυγόν δουλείας». Όσοι δεν αισθάνονταν το «χάλκεον χέρι του πόνου» να τους βαραίνει. Η γενναία ψυχή του που πετάχτηκε από τα σπλάχνα της κυπριακής γης, όπως η θεά Αθηνά από το κεφάλι του Δία, δεν αναλογιζόταν τους κινδύνους που διέτρεχε. Αψηφούσε τον θάνατο. Η απελευθέρωση της πατρίδας του ήταν το διηνεκές μέλημά του. Μαζί με μια δράκα άλλων συγκρατουμένων του δραπέτευσε από τη φυλακή των βασανιστηρίων του, τον Σεπτέμβριο του 1956, ανέβηκε στα κακοτράχαλα βουνά του Τροόδους και εντάχθηκε στις ομάδες του σταυραετού του Μαχαιρά. Ο Αυξεντίου, σε μια αναφορά του στον Αρχηγό του, χαρακτηρίζει τον Γιωργάλλα «εξαίρετον αγωνιστή».
Ο θάνατός του ήταν ένα μπόλιασμα στη νεολαία του καιρού του. Ο Μάκης Γιωργάλλας, ως ένας από τους πιο αγνούς και ορμητικούς αγωνιστές, βάδισε στα ίχνη των ηρώων και με τη δράση και τον χαρακτήρα του προβάλλεται ως πολύτιμο εθνικό κτήμα, πρότυπο γενναιότητας και ως κανόνας ζωής για τους σύγχρονούς του και τους μεταγενέστερούς του.
Την τελευταία μέρα του χρόνου που μόλις έφυγε, η καμπάνα της εκκλησιάς της Ζωοδόχου Πηγής, στη Ζωοπηγή Λεμεσού, χτύπησε από το φύσημα του ανέμου, τρεις φορές για να θυμίσει με το κάλεσμά της, την επέτειο του θανάτου ενός γενναίου αγωνιστή της Ελευθερίας του τόπου μας, ο οποίος, στην εκπνοή του 1956, άφησε στο γιοφύρι του χωριού την τελευταία του πνοή. Οι καμπάνες του ναού του Προφήτη Ηλία, στον κατεχόμενο από τα τουρκικά στρατεύματα Μαραθόβουνο, δεν αντιλάλησαν. Παραμένουν βουβές και σκλάβες, από το 1974, και δεν μπορούν να ανταποδώσουν το κάλεσμα της καμπάνας της εκκλησιάς της Ζωοπηγής. Περιμένουν καρτερικά την άγια μέρα της απελευθέρωσης από τα τουρκικά κατοχικά στρατεύματα της γενέθλιας γης του ήρωα, όπως και όλων των άλλων κατεχόμενων περιοχών, και της επιστροφής όλων των προσφύγων στις πατρογονικές τους εστίες, για να μπορέσουν να αποδώσουν τιμές στον Μάκη Γιωργάλλα, το άξιο τέκνο της πατρίδας μας, καθώς επίσης και σε όλους εκείνους που έδωσαν τη ζωή τους για τη σωτηρία του τόπου μας.