Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα των εκλογών για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Πρόεδρος του ΔΗΣΥ, Αννίτα Δημητρίου είπε ότι από αυτή τη διαδικασία η παράταξη βγήκε νικήτρια, ενωμένη και δυνατή. Μπορεί μεν να αναδείχθηκε πρώτο κόμμα και να εξέλεξε δύο ευρωβουλευτές, αλλά ότι ο ΔΗΣΥ βγήκε από αυτή τη διαδικασία «νικητής, ενωμένος και δυνατός» είναι τουλάχιστον υπερβολικό και «πίνει πολύ νερό». Σε σύγκριση με τις ευρωεκλογές του 2019, το κόμμα κατάφερε να εξασφάλισε σχεδόν 10 χιλιάδες ψήφους περισσότερες (91.316 έναντι 81.534) και αναδείχθηκε πρώτο, αλλά σε ποσοστά έχασε 4%, 24,8% έναντι 29,02% το 2019. Αν η σύγκριση γίνει σε σχέση με το 2014, τότε τα πράγματα είναι πολύ πιο τραγικά: η παράταξη έχασε 6.326 ψήφους (97.732 το 2014, έναντι 91.316 το 2024), αλλά σε ποσοστά έχασε σχεδόν 13 μονάδες, 37,75% το 2014 έναντι 24,8% το 2024.

Αυτό που βλέπουμε είναι η δραματική μείωση των ποσοστών του κόμματος και αν συνεχιστεί αυτή η φθίνουσα πορεία, σε συνδυασμό με την αύξηση του αριθμού των κομμάτων και των ποσοστών τους, ο ΔΗΣΥ θα κινδυνεύσει να χάσει τη μία από τις δύο έδρες που έχει τώρα.

Σε αυτή την εκλογική διαδικασία, ο κίνδυνος απώλειας της μίας έδρας ήταν ορατός, λόγω του ενδεχομένου να αυξανόταν σημαντικά ο αριθμός των Τουρκοκυπρίων ψηφοφόρων, αφού η μερίδα του λέοντος θα πήγαινε στο ΑΚΕΛ, αλλά και την απάθεια των ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ, ή και την απομάκρυνσή τους από το κόμμα. Αν συγκρίνουμε σε απόλυτους αριθμούς ψήφους, στις βουλευτικές εκλογές του 2011 ο ΔΗΣΥ εξασφάλισε 138.662 ψήφους και 13 χρόνια μετά, στις τελευταίες ευρωεκλογές εξασφάλισε 91.316, δηλαδή έχασε 47,316 ψήφους, ποσοστό 34,12%. Άρα, το «νικητής, ενωμένος και δυνατός» δεν ισχύει. Πιο σωστό θα ήταν «ο ΔΗΣΥ επέπλευσε».

Πού οφείλεται, όμως, αυτή η συνεχής κατρακύλα των ποσοστών και η μεγάλη μείωση των ψηφοφόρων του κόμματος; Προσωπική μου άποψη είναι ότι το κόμμα έχασε τον πολιτικό του προσανατολισμό. Ποια είναι, για παράδειγμα, η πολιτική του ΔΗΣΥ στο Κυπριακό; Έχει κάποιος ξεκάθαρη εικόνα; Από τη μια ακούμε στελέχη της παράταξης να επαναλαμβάνουν τις θέσεις του ΑΚΕΛ, άλλα στελέχη να ζητούν λύση και ό,τι θέλει ας είναι, ενώ μια τρίτη ομάδα απαιτεί μια πιο διεκδικητική προσέγγιση και πολιτική. Αναλόγως του ακροατηρίου είναι και ο λόγος των ηγετικών στελεχών του κόμματος. Κάτι ανάλογο ισχύει και σε πολλά άλλα θέματα πολιτικής.

Ένας άλλος σοβαρός λόγος είναι η ασυνέπεια της πολιτικής ηγεσίας σε σχέση με τις αποφάσεις που παίρνει: στις εκλογές για την ανάδειξη των μελών της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο ΔΗΣΥ συνεργάστηκε με τα δύο μεγαλύτερα κόμματα που στηρίζουν τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη, αλλά «το κρατά μανιάτικο» που έχασε την προεδρία και παραμένει πεισματικά στην αντιπολίτευση. Αρνήθηκε να στηρίξει τον Ανδρέα Παπαχαραλάμπους για τη δημαρχία Στροβόλου επειδή στήριξε την υποψηφιότητα Νίκου Χριστοδουλίδη και «είναι αποστάτης», αλλά από την άλλη στήριξε τον Κώστα Κωνσταντίνου για τη θέση του περιφερειάρχη Πάφου, που επίσης στήριξε τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη.

Ένα άλλο τραγικό λάθος της ηγεσίας του ΔΗΣΥ είναι ότι δεν λαμβάνει υπόψη και υποτιμά τη βάση του κόμματος. Ενώ ο κόσμος της παράταξης ήθελε για υποψήφιο δήμαρχο Λευκωσίας τον Ανδρέα Κωνσταντίνου, κινήθηκε σε άλλες κατευθύνσεις και υπέδειξε ως υποψήφιο τον Νίκο Τορναρίτη.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε νέους τριγμούς στην παράταξη, και μερικοί, για να εκδικηθούν τον κ. Τορναρίτη, επειδή τη δεύτερη Κυριακή στήριξε Νίκο Χριστοδουλίδη, έφτασαν στο σημείο να κάνουν εκστρατεία υπέρ του ανθυποψηφίου του. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: Ο ΔΗΣΥ εξέλεξε τους αντιδημάρχους Έγκωμης, Αγίου Δομετίου, Λευκωσίας και Αγλαντζιάς, αλλά έχασε το δήμο της πρωτεύουσας.

Αν ο ΔΗΣΥ θέλει να γίνει κόμμα εξουσίας, οφείλει να συνεργαστεί με τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη γιατί αυτό θέλει και η βάση του κόμματος. Τρανή απόδειξη είναι ο Στρόβολος. Χωρίς την υποστήριξη οιουδήποτε κόμματος, ο Ανδρέας Παπαχαραλάμπους εξασφάλισε το 31% των ψήφων, ενώ ο εκλεκτός της παράταξης τερμάτισε τρίτος με 28,7% έχοντας και την στήριξη της ΔΗΠΑ, αλλά και της ΕΔΕΚ.

*Πολιτικός Επιστήμονας/Δημοσιογράφος