Δεν περνά μέρα που ο Ερντογάν και ο Τατάρ να μη μιλούν για λύση δύο κρατών στην Κύπρο. Και ότι συνομιλίες δεν μπορούν να γίνουν εκτός αν αναγνωριστεί εκ των προτέρων η ανεξαρτησία και κυριαρχία των Τούρκων στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Και ότι διεθνώς η διπλωματική υπηρεσία της Τουρκίας εργάζεται όπως αυτό αναγνωριστεί από τη διεθνή κοινότητα.
Και εμείς τι κάνουμε; Επιμένουμε σε συνομιλίες από εκεί που μείναμε πριν επτά χρόνια στο Γκραντ Μοντανά: Λύση, δηλαδή, που να ενώνει την Κύπρο και το λαό της όπως μάθαμε να λέμε εδώ και χρόνια. Μα είτε δεν καταλαβαίνουμε τι λένε οι Τούρκοι ή πάθαμε γενική αφασία. Και αφήνουμε το χρόνο να συμπληρώνει 50 χρόνια κατοχής σήμερα, και εμείς το χαβά μας. Φτάνει οι απόδημοί μας, όπου και να είναι στον κόσμο χαίρονται την παραδοσιακή βραδιά από την τηλεόραση. Και τα χωριά μας γιορτάζουν με χορούς και τοπικούς μεζέδες. Και μέσα-μέσα θυμούνται και τα χωριά που χάσαμε. Και παραμένει μόνος του ο Αρχιεπίσκοπος να προειδοποιεί για τον κίνδυνο να είμαστε η τελευταία γενιά σ’ αυτό τον τόπο.
Δεν είναι τυχαίο που ο ελληνισμός της Κύπρου βρίσκεται σήμερα ένα μόλις βήμα από τον αφανισμό του. Που βρίσκεται εδώ από τρεις και πλέον χιλιάδες χρόνια. Και δεν κατάλαβαν ακόμα οι ηγεσίες μας, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα, τι συμβαίνει. Από τότε που πέταξαν στον κάλαθο των αχρήστων το ψήφισμα 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας της 20ής Ιουλίου 1974, την ημέρα δηλαδή της εισβολής, με το οποίο τα Ηνωμένα Έθνη καλούσαν όλα τα κράτη μέλη να σεβαστούν την ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου, να αποχωρήσουν χωρίς καθυστέρηση όλα τα ξένα στρατεύματα που βρίσκονταν παράνομα στην Κύπρο και να αποκατασταθεί η συνταγματική τάξη στο νησί πέρασε μισός αιώνας. Οι ηγεσίες μας στην Ελλάδα και στην Κύπρο δεν άργησαν και πολύ να το ξεχάσουν ρίχνοντας την Κύπρο σε μια περιπέτεια που μας έφερε ένα βήμα από τον αφανισμό. Πρώτα σκέτα ομοσπονδία, ύστερα διπεριφερειακή, μετά πολυπεριφερειακή και τελικά διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, γιατί έτσι διαλαμβάνει μας λένε το ψήφισμα του ΟΗΕ. Εννοώντας το ψήφισμα 649 (1990) του Συμβουλίου Ασφαλείας επί προέδρου Βασιλείου. Που ξεπούλησε την Κύπρο όσα-όσα. Και προσκολλήθηκαν σ’ αυτό με πάθος γιατί μετά από αυτό είναι το χάος. Διερωτάται ένας γιατί δεν πάτησαν πόδι από τότε να κρατήσουν το ψήφισμα της 20ής Ιουλίου 1974 που μιλούσε για αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων και αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο;
Η ευθύνη τους είναι τεράστια. Αλλά το τίμημα το πληρώνουν ήδη οι Έλληνες της Κύπρου όπως το πλήρωσαν και οι Έλληνες της Σμύρνης και του Πόντου. Αν νοιάζονται δηλαδή. Γιατί το Κυπριακό δεν αποτέλεσε ποτέ εθνικό θέμα στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Παρά μόνο πρόβλημα και αγκάθι στη σχέση εξάρτησής της από τους συμμάχους της και το ΝΑΤΟ. Ειδικά από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Και από το «η Κύπρος κείται μακράν» του Καραμανλή ήρθαμε στην ρήση του νυν υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας κ. Γεραπετρίτη ότι «μόνο με παραγωγικό διάλογο μπορεί να υπάρξει λύση» στο Κυπριακό (ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 7 Οκτωβρίου 2024).
Όταν η εισβολή και η κατοχή μετατρέπεται σε αντικείμενο «παραγωγικού διαλόγου» και συναλλαγής μεταξύ της κατεχόμενης χώρας και του κατακτητή τότε το διεθνές δίκαιο παίρνει νέα μορφή. Όπως ήταν το μεσαίωνα και πριν. Όταν το φοβικό σύνδρομο υπαγορεύει την αποδοχή των θέσεων του κατακτητή δεν υπάρχει ελπίδα για τους Έλληνες της Κύπρου αλλά και για την Ελλάδα. Που είναι ο φυσικός υπερασπιστής και προστάτης της. Αντί το θέμα της Κύπρου να είναι η αιχμή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αφέθηκε στο περιθώριο από τη γένεσή του μέχρι και σήμερα. Και μπορεί οι σχέσεις καλής γειτονίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας να αποκατασταθούν δεν μπορούν όμως να αποκατασταθούν πλήρως όπως είπε ο Μητσοτάκης χωρίς τη λύση του Κυπριακού. Ρήση για ευρεία κατανάλωση. Γιατί το Κυπριακό έπρεπε να είναι το κυρίαρχο θέμα στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας και να ακολουθούν τα άλλα.