Το βαθύ κράτος τη διαπλοκής, το ποδόσφαιρο και το λάθος του Προέδρου

Το ΑΠΟΕΛ σε χθεσινή ανακοίνωσή του έχει χρησιμοποιήσει πολύ σκληρή γλώσσα -μέχρι και αισχρή, κατά του Υπουργού Εργασίας Γιάννη Παναγιώτου αναφορικά με δηλώσεις του για τα χρέη της εταιρείας του σωματείου και γενικότερα τα χρέη ποδοσφαιρικών σωματείων σε φόρους και οφειλές προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το ΑΠΟΕΛ, μεταξύ άλλων, κατηγόρησε τον κ. Παναγιώτου για προσπάθεια που «φθάνει σε σημείο ανηθικότητας», θεωρώντας πως ο Υπουργός Εργασίας εκμεταλλεύεται το θέμα για να αποκτήσει δημοτικότητα «δραττόμενος την ευκαιρία να αναπτύξει την καριέρα του πάνω στο όνομα του ΑΠΟΕΛ». «Πώς αλλιώς», κατά το ΑΠΟΕΛ, ο κ. Παναγιώτου «θα πάρει περισσότερα likes στις ποδοσφαιρικές αναρτήσεις που κάνει στο Facebook». «Ήταν τόσο μεγάλη η ανάγκη του να το κάνει που δεν στερείται σήμερα (χθες) χρόνου, για να βγει και να ενημερώσει κάθε Μέσο, οποιασδήποτε μορφής, για την ευκαιρία καριέρας που τέθηκε ενώπιον του» προσθέτει το Σωματείο στην ανακοίνωσή του, από την οποία δε γλυτώνουν ούτε οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ, καθώς, όπως λέει, «θεωρούν ότι έχουν ανακαλύψει το «λαυράκι» του αιώνα».

Στο χορό μπήκαν λίγο αργότερα χθες και οι οργανωμένοι οπαδοί του ΑΠΟΕΛ με μια πιο αισχρή ανακοίνωση, στην οποία χαρακτήρισαν τον κ. Παναγιώτου «Ελένη Μενεγάκη» που «με κουτσομπολίστικο ύφος προσπάθησε να διαπομπεύσει το ΑΠΟΕΛ».

Δυστυχώς σε αυτό τον τόπο, φθάσαμε στο σημείο η αντροπή να έχει χάσει την αντροπήν της. Αντί το ΑΠΟΕΛ και όλα τα άλλα σωματεία που οφείλουν στο κράτος φόρους και κοινωνικές ασφαλίσεις και δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους να σιωπήσουν και να απολογηθούν, ζητούν και τα ρέστα. Έτυχαν από το κράτος πολλαπλών ωφελημάτων και χορηγιών εκατομμυρίων ευρώ, ευνοήθηκαν ποικιλοτρόπως και κατά συρροή και αντί να νιώθουν υποχρεωμένα προς την πολιτεία και τους φορολογούμενους, βγάζουν τη γλώσσα τους περίπατο και όχι μόνο.

Αυτό το κράτος -κακώς και αισχρώς- για δεκαετίες κλείνει τα μάτια και όχι μόνο επιτρέπει σε σωματεία παρανομούν, αλλά από πάνω επιβραβεύει και την παρανομία τους. Όπως πρόσφατα με την αύξηση του φόρου στα κρατικά έσοδα από τα στοιχήματα ώστε τα αυξημένα έσοδα να δοθούν στα σωματεία για να μπορέσουν να εξοφλήσουν της φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις τους προς το κράτος. Σε μια περίοδο που χιλιάδες συμπολίτες μας στερούνται ακόμα και τα αναγκαία για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους. Η πολιτεία όμως, αντί να φροντίσει για τους ευάλωτους, φροντίζει για τα σπάταλα σωματεία καθότι αποτελούν μέρος του βαθέως κράτους και της διαπλοκής σε αυτό τον τόπο.

Γι’ αυτό και δεν εκπλήσσομαι που ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης προτίμησε να αφήσει εκτεθειμένο τον Υπουργό του παρά να στείλει με τη σειρά του ένα παρόμοιο και ηχηρό μήνυμα προς το ΑΠΟΕΛ και όλα τα υπόλοιπα σωματεία που δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους προς το κράτος. Χαρακτήρισαν τον Υπουργό του «ανήθικο» και «Μενεγάκη» και αυτός όχι μόνο δεν αντέδρασε, αντίθετα τον εξέθεσε.

Ακούω επίσης συχνά πυκνά να λένε διάφοροι, ακόμα και από την Κυβέρνηση, ότι τα σωματεία (τις εταιρείες τους δηλαδή) πρέπει να αντικρίζουμε διαφορετικά και με επιείκεια επειδή δεν είναι κερδοσκοπικοί οργανισμοί. Διαφωνώ κάθετα. Διότι πλέον γύρω από τα πλείστα ποδοσφαιρικά σωματεία πολλοί κερδοσκοπούν και περισσότεροι τα τσεπώνουν χοντρά. Για παράδειγμα ούτε η Ομόνοια ούτε το ΑΠΟΕΛ συνιστούν πλέον τα σωματεία που ίδρυσαν οι ιδρυτές τους και γνωρίζαμε για πολλές δεκαετίες. Όπου προήγαγαν τον πολιτισμό και τον αθλητισμό ανάμεσα στους νέους. Τα πλείστα σωματεία πρώτης κατηγορίας έχουν καταντήσει χοντροπληρωτές ξένων ποδοσφαιριστών και προπονητών που τις πλείστες φορές έρχονται στην Κύπρο για διακοπές και περισσότερες αποδεικνύονται μούφα. Και είναι αυτούς που πληρώνει το κράτος με τις χορηγίες του ή την απάθεια και ανοχή του απέναντι στην παρανομία.

Και αυτή η απαράδεκτη κατάσταση δε θα σταματήσει όσο η πολιτεία δεν παίρνει μέτρα και δε συνδέει τη συνεισφορά της προς το ποδόσφαιρο και άλλα αθλήματα με την προαγωγή και στήριξη των κύπριων αθλητών και γενικότερα των νέων. Καθότι Πρόεδρε Χριστοδουλίδη, δεν μπορούν όλοι να γίνουν πρωτοκλασάτοι ποδοσφαιριστές και αθλητές, μπορούν όμως να αθλούνται και να εμπνέονται από το πνεύμα του αθλητισμού, εάν υπάρχει σχεδιασμός και όραμα. Και όχι συνέχιση της διαπλοκής και του βαθέως κράτους…

Δημοσιογράφος