Δεκαεννέα χρόνια μετά από τροχαίο ατύχημα που σημειώθηκε στη Λεμεσό το 2007, το Ανώτατο Δικαστήριο έβαλε τέλος στη δικαστική διαμάχη, απορρίπτοντας την έφεση οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας και επικυρώνοντας αποζημιώσεις υπέρ μοτοσικλετιστή που τραυματίστηκε σοβαρά.
Το τροχαίο ατύχημα συνέβη στις 19 Νοεμβρίου 2007 στην οδό Μίλτωνος, όταν αυτοκίνητο που οδηγούσε η εφεσείουσα συγκρούστηκε με μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ο εφεσίβλητος. Ο τελευταίος είχε καταχωρίσει αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, διεκδικώντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις από την οδηγό και την ασφαλιστική της εταιρεία.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα οποία επικύρωσε το Ανώτατο, ο μοτοσικλετιστής κινούνταν κανονικά στον δρόμο όταν είδε το όχημα της οδηγού να βρίσκεται λοξά στο οδόστρωμα. Επιχειρώντας να το προσπεράσει από δεξιά, το αυτοκίνητο κινήθηκε απότομα προς τη λωρίδα κυκλοφορίας του, αποκόπτοντάς του την πορεία. Παρά την προσπάθειά του να φρενάρει, η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποδώσει το 75% της ευθύνης στην οδηγό, κρίνοντας ότι προέβη σε επικίνδυνο ελιγμό χωρίς να διασφαλίσει ότι μπορούσε να τον εκτελέσει με ασφάλεια. Στον μοτοσικλετιστή αποδόθηκε συντρέχουσα αμέλεια 25%, με το σκεπτικό ότι θα μπορούσε να προβλέψει πιθανή δεξιά στροφή του οχήματος, καθώς αυτό κινούνταν αργά και είχε ενεργοποιημένο δεξί φλας.
Οι εφεσείοντες υποστήριξαν ενώπιον του Ανωτάτου ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε εσφαλμένα τη μαρτυρία, ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν πολύ μεγαλύτερη από 50 χιλιόμετρα την ώρα και ότι θα έπρεπε να αποδοθεί μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης στον μοτοσικλετιστή. Αμφισβήτησαν επίσης την αξιοπιστία αυτόπτη μάρτυρα και την επιδίκαση αποζημιώσεων για μελλοντικές επεμβάσεις και απώλεια εισοδημάτων.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, με ομόφωνη απόφαση των Δικαστών Χρ. Μαλαχτού, Ι. Ιωαννίδη και Α. Δαυίδ, έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος παρέμβασης στα ευρήματα αξιοπιστίας και στις διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως σημειώνεται στην απόφαση, τα αντικειμενικά στοιχεία της σκηνής, περιλαμβανομένων των σχεδιαγραμμάτων και της μαρτυρίας του αστυνομικού εξεταστή, επιβεβαίωναν ότι το όχημα της οδηγού είχε εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας δημιουργώντας επικίνδυνη κατάσταση.
Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι η μαρτυρία της αυτόπτη μάρτυρα ήταν κατασκευασμένη, επισημαίνοντας ότι το γεγονός πως εντοπίστηκε σε μεταγενέστερο στάδιο δεν υπονομεύει από μόνο του την αξιοπιστία της.
Σε σχέση με τις αποζημιώσεις, το Ανώτατο έκρινε ορθή την επιδίκαση ποσού για μελλοντικές χειρουργικές επεμβάσεις, αποδεχόμενο τη μαρτυρία του θεράποντος ιατρού ότι ο τραυματισμός στον αγκώνα είχε προκαλέσει καταστροφή αρθρικού χόνδρου και αναπόφευκτη ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας, με πιθανή ανάγκη μελλοντικών επεμβάσεων.
Παράλληλα, επικυρώθηκε η επιδίκαση αποζημιώσεων για απώλεια εισοδήματος και μειωμένη εισοδηματική ικανότητα. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, παρότι δεν αποδείχθηκε σταθερή επαγγελματική δραστηριότητα του εφεσίβλητου ως οικοδόμου, υπήρχαν επαρκή στοιχεία ότι μπορούσε να εργάζεται σε χειρωνακτικές εργασίες, δυνατότητα που περιορίστηκε ουσιωδώς μετά το δυστύχημα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιδικάσει συνολικά ποσά €33.750 για γενικές αποζημιώσεις, €16.914 για ειδικές αποζημιώσεις, €22.500 για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων και €10.500 για μελλοντικές επεμβάσεις, πλέον τόκων και εξόδων.
Το Ανώτατο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση και επιδίκασε υπέρ του εφεσίβλητου έξοδα ύψους €4.000 πλέον ΦΠΑ, εφόσον υπάρχει.