Δεδομένης της έξαρσης του τουρκικού επεκτατισμού απέναντι σε Κύπρο κι Ελλάδα -και όχι μόνο- η αλλαγή χρονιάς προσφέρεται για έναν ορθολογικό προβληματισμό με επίκεντρο τα στρατηγικά μας πλεονεκτήματα και λάθη. Ένας τέτοιος ορθολογικός προβληματισμός πρέπει να συνεκτιμήσει δύο υπό εξέλιξη στοιχεία: α) Τη σύγκλιση ΗΠΑ και ΕΕ για ενεργειακή αυτονομία κι απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο και β) τη γεωπολιτική κι ενεργειακή αξία του καλωδίου διασύνδεσης Κύπρου – Ελλάδας, που έχει την πολιτική στήριξη και χρηματοδότηση της ΕΕ.  

Επί «ψυχρού πολέμου» ανάμεσα σε ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση, η αμερικανική πολιτική αξιολογούσε την Τουρκία σημαντικότερη από την Ελλάδα και θα θυσίαζε τη μισή Κύπρο, φτάνει να αποφεύγετο ελληνοτουρκικός πόλεμος, ο οποίος θα έπληττε σοβαρά τα αμερικανικά συμφέροντα στο ΝΑΤΟ. Δυστυχώς, την αμερικανική «ανησυχία» ικανοποίησε η Χούντα με την προδοσία της Κύπρου με το δίδυμο έγκλημα του 1974: Πρώτα πραξικόπημα για ανατροπή του Προέδρου Μακαρίου, για να ακολουθήσει η τουρκική εισβολή για διχοτόμηση της Κύπρου. Σήμερα, η νεο-οθωμανική Τουρκία παραμένει στο δυτικό στρατόπεδο, όπου προφανώς τη συμφέρει, υπονομεύοντας ενίοτε τα δυτικά συμφέροντα.

Η συμμετοχή Ελλάδας – Κύπρου στην ΕΕ, αποτελεί πολιτικό ανάχωμα στον τουρκικό επεκτατισμό και τα τολμηρά βήματα της Λευκωσίας τα τελευταία χρόνια, ενδυνάμωσαν αυτό το αντισταθμιστικό ανάχωμα. Και καθώς χώρες, όπως Ισραήλ και Ην. Αραβ. Εμιράτα, αναγνωρίζουν την τουρκική απειλή εις βάρος τους, παραδοξότητα αποτελεί η «κανονικοποίηση» του τουρκικού θηρίου που η Αθήνα με Μητσοτάκη – Γεραπετρίτη εγκαινίασαν με το «Σύμφωνο Φιλίας Αθήνας – Άγκυρας» και με τραγικότερο λάθος την μετάθεση των τουρκικών παρανομιών από το πλαίσιο ΕΕ – Τουρκία στο διμερές Ελλάδα – Τουρκία, όπως επιδίωκε για δεκαετίες η Τουρκία και βολεύει τους εταίρους μας στην ΕΕ. Έτσι, στο διμερές επίπεδο, η εξωτερική πολιτική της Αθήνας έχει υποχωρήσει, αφού η διακηρυγμένη προάσπιση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων έχει «αυτοβούλως» μετατεθεί προς τα πίσω, σε προάσπιση της κυριαρχίας! Αυτή η υποχώρηση της Αθήνας είναι απτή με επίκεντρο το ηλεκτρικό καλώδιο. Η εμφάνιση τουρκικού στόλου στην Κάσο, σε διεθνή ύδατα, απέτρεψε κατ’ επανάληψη την υλοποίηση του μοναδικού έργου ενεργειακής διασύνδεσης Κύπρου – Ελλάδας με στήριξη, έγκριση και χρηματοδότηση της ΕΕ, σε θαλάσσια περιοχή εκτός τουρκικής δικαιοδοσίας. Η προσφάτως προβαλλόμενη ανάγκη για «επικαιροποίηση των οικονομοτεχνικών παραμέτρων του έργου», αποτελεί συγκάλυψη της επικρατούσας φοβίας. Η μεγαλύτερη εθνική ζημιά δεν είναι η «αναβολή» του έργου αλλά η εγκατάλειψη του ορθολογισμού.

Σε όποιον θεωρεί ότι «παρόμοια συνέβαιναν για δεκαετίες», απαντάμε ευθέως. Σήμερα έχουμε τις πλέον ευνοϊκές συνθήκες και το καλώδιο Κύπρου – Ελλάδας έχει περάσει από πολλαπλές αξιολογήσεις της ΕΕ με χρηματοδότηση €650+100 εκατ., το μεγαλύτερο ποσό για τέτοιο έργο στην ΕΕ. Δεδομένης της τεράστιας πανεθνικής γεωπολιτικής και ενεργειακής αξίας του, η παρεμπόδισή του από την Τουρκία, έπρεπε να της επιφέρει σοβαρό  κόστος στην ΕΕ, αλλά η πολιτική της φοβίας και της «κανονικοποίησης» του τουρκικού θηρίου, μετατρέπει ένα έργο ευρωπαϊκής και πανεθνικής στρατηγικής αξίας σε … εσωτερική εθνική διαφωνία. Χαρακτηριστικά, στην Rojava (βόρεια Συρία) οι Δημοκρατικές Δυνάμεις των Κούρδων αρνούνται να  αφοπλιστούν και να διαλύσουν τον στρατό τους -όπως απαιτεί η Τουρκία- και παρά τα ελάχιστα μέσα προστασίας τους, απογυμνώνουν τις τουρκικές μπλόφες. Στην Αν. Μεσόγειο, μια αριστεροδέξια ελίτ ασκεί πολιτική φοβίας αντί για πολιτική ορθολογισμού.       

*Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ-S&D