Η κλασική γεωπολιτική σκέψη μας παραδίδει τις θεωρητικές προσεγγίσεις των «σχολών» των Mahan, Mackinder και Spykman. Στη σχολή Mahan προτάσσεται η σημασία της θαλάσσιας ισχύος και των γραμμών επικοινωνίας. Ο Mackinder προσδιορίζει την «Καρδιά της Ηπείρου» («Heartland») ως δυσπρόσιτη, δυνητικά αυτάρκη και επικίνδυνη δεξαμενή συγκέντρωσης χερσαίας παγκόσμιας ισχύος.
Ο Spykman προτείνει ότι ο έλεγχος των παράκτιων, δημογραφικά πυκνών, οικονομικά δυναμικών και διασυνδεδεμένων με τη θαλάσσια ισχύ περιοχών είναι αυτός που συγκροτεί τον «Αναχωματικό Δακτύλιο» (“Rimland”) παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος. Στις μεταπολεμικές και Ψυχροπολεμικές στρατηγικές αναλύσεις του αγγλοσαξωνικού χώρου, κυρίως των ΗΠΑ, εμφανίστηκε το εργαλειακό πλαίσιο «D.I.M.E.» (Diplomatic/Διπλωματικό – Informational/Πληροφοριακό – Military/Στρατιωτικό – Economic/Οικονομικό) για τον λειτουργικό σχεδιασμό της στρατηγικής ισχύος. Μετα-Ψυχροπολεμικά ο Huntington εισήγαγε την γεωπολιτική υπόσταση του πολιτισμού και της ταυτότητας, ενώ ο Nye διατύπωσε τη διάκριση σκληρής και ήπιας ισχύος, καθώς και την έννοια της «έξυπνης ισχύος» («smart power»).
Στον ελληνικό χώρο, η γεωπολιτική ανάλυση αναπτύσσεται τόσο σε επίπεδο αυτόνομου θεωρητικού μοντέλου – με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη θεώρηση της Γεωπολιτικής Σχολής του Ιωάννη Μάζη, όπως αυτή εξελίσσεται και από τον Κωνσταντίνο Γρίβα και σύγχρονους ερευνητές όπως ο Στέφανος Καραβίδας – όσο και στο επίπεδο εφαρμοσμένης διεθνολογικής και στρατηγικής ανάλυσης από αναλυτές όπως ο Γιώργος Φίλης και ο Δημήτρης Σταθακόπουλος, ή ο Γιάννος Χαραλαμπίδης. Με έμφαση στην ιστορική-πολιτισμική ταυτότητα, στην αποτροπή και ασφάλεια, στην καθοριστική σημασία του χώρου, στην ηθική-κοινωνική-θεσμική νομιμοποίηση και στη γεωοικονομία, η «Ελληνική Γεωπολιτική Σχολή», ενσωματώνοντάς την πολιτισμική διάσταση του Huntington και τη διάκριση hard/soft power του Nye, συστηματοποιεί ένα ενιαίο γεωπολιτικό θεωρητικό σχήμα όπου η ισχύς αποτελεί συνάρτηση τεσσάρων πυλώνων: στρατιωτικού/ασφάλειας και οικονομικού (σκληρή ισχύς), πολιτικού/θεσμικού και πολιτισμικού-πληροφοριακού (ήπια ισχύς).
Ιστορικά, η Πολιτική Προστασία – λόγω καταγωγής της από την Πολιτική Άμυνα (Civil Defence) και άρα διασύνδεσής της με πολεμικές συρράξεις, της συνήθους διοικητικής της υπαγωγής σε υπουργεία εσωτερικών ή δημοσίας τάξεως ή και άμυνας, της στελέχωσής της από ένστολες δυνάμεις και σώματα ασφαλείας, καθώς και της συχνής αξιοποίησης στρατιωτικού προσωπικού και μέσων σε διάφορες κρίσεις – κατατάχθηκε παραδοσιακά στον «Στρατιωτικό» πυλώνα. Ωστόσο, αυτή η κατάταξη είναι θεωρητικά ελλιπής. Η Πολιτική Προστασία δεν ασκεί εξαναγκασμό, δεν απειλεί αντίπαλο δρώντα και δεν λειτουργεί με τη στενή στρατιωτική έννοια. Αντιθέτως, τα πεδία εφαρμογής της είναι κυρίως κοινωνικο-πολιτικά και εδράζονται στην εμπιστοσύνη, στην πρόληψη, στην ετοιμότητα, στην ανταπόκριση και στην αποκατάσταση. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι με μια σύγχρονη γεωπολιτική ανάγνωση, η Πολιτική Προστασία διατρέχει και τους τέσσερις πυλώνες ισχύος, ως εξής:
- Στρατιωτικός / Ασφάλειας: προστασία πληθυσμού, κρίσιμων υποδομών, δυνατότητα υποστήριξης πολιτικο-στρατιωτικών επιχειρήσεων σε κρίσεις, διασφάλιση της κρατικής λειτουργίας, συνοχής και συνέχειας.
- Οικονομικός: μείωση απωλειών από φυσικές/τεχνολογικές καταστροφές, προστασία παραγωγικού ιστού, ενεργειακών και τουριστικών υποδομών, άρα ενίσχυση της γεωοικονομικής ανθεκτικότητας.
- Πολιτικός – Θεσμικός: αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων προς ενίσχυση θεσμικής αξιοπιστίας, νομιμοποίηση της εξουσίας και εδραίωση ικανότητας διακυβέρνησης υπό πίεση.
- Πολιτισμικός – Πληροφοριακός: καλλιέργεια κουλτούρας ασφάλειας, πρόληψης, εθελοντισμού, συλλογικής ευθύνης και στρατηγικής επικοινωνίας.
Συνεπώς, η Πολιτική Προστασία δεν εντάσσεται σε κάποιον πυλώνα αποκλειστικά και δεν είναι απλώς hard ή soft power. Λειτουργεί συνεργιστικά ως οριζόντιος πολλαπλασιαστής ισχύος, συνδυάζοντας υλικά μέσα ασφάλειας και τεχνολογίες με κοινωνική συνοχή, έγνοια και μέριμνα για τον πολίτη και αξιακή νομιμοποίηση. Είναι «έξυπνη ισχύς» (“smart power”) κατά Nye.
O παράκτιος, νησιωτικός, ενεργειακός, εμπορικός και γεωπολιτικά ευαίσθητος χώρος της Ελλάδας και της Κύπρου αποτελεί κατεξοχήν Rimland. Ως εκ τούτου, η σύγχρονη Πολιτική Προστασία του 21ου αιώνα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη λειτουργία δημόσιας διοίκησης με τεχνικά καθήκοντα. Στον ενιαίο Ελληνικό γεωπολιτικό χώρο Ελλάδος – Κύπρου, η Πολιτική Προστασία πρέπει να αποτελεί δομικό συντελεστή γεωπολιτικής έξυπνης ισχύος, άμεσα συνδεδεμένης με την εθνική ανθεκτικότητα, την κοινωνική συνοχή και τη στρατηγική επιβίωση. Ανά την Ευρώπη, αλλά και παγκοσμίως, πολλά συστήματα Πολιτικής Προστασίας «επιστρέφουν» σε προσεγγίσεις Civιl Defence. Συνεπώς, ιδιαίτερα σε Rimland χώρους και μάλιστα υπό συνεχόμενη απειλή και συνεχιζόμενη κατοχή από υπερφιλόδοξο αντίπαλο δρώντα – όπως ο ενιαίος Ελληνικός χώρος Ελλάδος – Κύπρου, θεωρούμε ότι η Πολιτική Προστασία θα πρέπει να κατευθυνθεί προς ένα σύγχρονο civil-military δόγμα με αρχές που συνοψίζονται στα εξής:
- ασφάλεια και προστασιìα.
- αποκεìντρωση στο τακτικό και επιχειρησιακό επίπεδο, για βέλτιστη επίγνωση κατάστασης πεδίου, αλλά μεστρατηγική πρόθεση για ενότητα και ευθυγράμμιση σκοπού και στόχων.
- συνεχείς και πολυεπίπεδες επικοινωνίες, για συντονισμό.
- ποικιλομορφία, διακλαδικότητα, διαλειτουργικότητα, ευκινησία, ευλυγισιìα, αναλογικότητα δυνάμεων.
Τα πιο πάνω δεν πρέπει να εκληφθούν ως στρατιωτικοποίηση, αλλά ως επαύξηση της κρατικής επάρκειας, με αποσαφήνιση ρόλων, αποκέντρωση στο επιχειρησιακό επίπεδο και πολιτική λογοδοσία. Ένα τέτοιο δόγμα ενισχύει την αποτρεπτική εικόνα του κράτους χωρίς να υπονομεύει τον πολιτικό του χαρακτήρα — στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό σε περιβάλλοντα με κινδύνους σεισμών, πυρκαγιών, πλημμυρών, μαζικών εκκενώσεων, μα και σύγχρονων μη-συμβατικών υβριδικών απειλών.
Ποιοτική και ποσοτική αναβάθμιση
Οι σεισμοί, οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές και οι πλημμύρες σε Ελλάδα και Κύπρο δεν επηρεάζουν μόνο το περιβάλλον· πλήττουν πληθυσμό, αγροτική παραγωγή, τουρισμό, υδατικούς και ενεργειακούς πόρους, γόητρο και εικόνα του κράτους. Η μετάβαση από την καταστολή στην πρόληψη και από τον κατακερματισμό στη διακυβέρνηση αποτελεί στρατηγική γεωοικονομική επιλογή. Παράλληλα, η ποιοτική και ποσοτική αναβάθμιση των δυνάμεων πρώτης ανταπόκρισης μπορεί να αποτελέσει σημαντικότατο φορέα προβολής και εφαρμογής ήπιας – αλλά πολύ ουσιαστικής όπως δείξαμε – ισχύος. Και εδώ ας θυμηθούμε όλοι πώς νιώσαμε πρόσφατα όταν η Ελληνική ΕΜΑΚ έδρασε πρώτη σε σεισμόπληκτες περιοχές γειτονικής χώρας, ή πως νιώθουμε όταν Κυπριακές δυνάμεις επιχειρούν εκτός συνόρων, ή όταν η Κύπρος παρά τις δικές της πληγές αναδεικνύεται σε κόμβο ανθρωπιστικής αρωγής. Θεωρούμε ότι είναι προς την σωστή κατεύθυνση εξελίξεις όπως το νομοσχέδιο «Ενεργή Μάχη» στην Ελλάδα, ή στην Κύπρο οι διαπιστεύσεις INSARAG, η σύσταση Ευρωπαϊκού Module Ground Forest Fire Fighting (GFFF), η περίπλοκη Μεγάλης Εμβέλειας Άσκηση Σεισμού DEMONAX εντός Κυπριακής Προεδρίας Συμβουλίου της ΕΕ, καθώς φυσικά και η δημιουργία του Περιφερειακού Hub Πυρόσβεσης στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας.
Στον ενιαίο Ελληνικό χώρο από τη Βαλκανική Χερσόνησο ως την Ανατολική Μεσόγειο, η Πολιτική Προστασία δεν μπορεί να είναι πλέον δευτερεύουσα πολιτική, αλλά θεωρούμε ότι είναι πυλώνας smart power και παράγοντας ανθεκτικότητας και ασφάλειας. Για Rimland κράτη όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, η «Γεω-Πολιτική Προστασία» δεν είναι ευφυολόγημα αλλά αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα κοινής Εθνικής Ισχύος σε έναν κόσμο αυξανόμενων κρίσεων, αβεβαιότητας και γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
*Ανώτερος Επιστημονικός Συνεργάτης και Επικεφαλής Έρευνας & Στρατηγικής του Κέντρου CERIDES Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου σε θέματα Πολιτικής Προστασίας και Ασφάλειας Πρώτων Ανταποκριτών -Εθελοντής Πολιτικής Άμυνας Λευκωσίας-Κερύνειας -Εθελοντής Λέσχης Εφέδρων Ενόπλων Δυνάμεων Θεσσαλονίκης